Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

ΔΩΡΕΑΝ ΠΑΙΔΙΚΑ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΑ ΒΙΒΛΙΑ

Διαβάστε παιδικά ηλεκτρονικά βιβλία αλλά και αποσπάσματα βιβλίων από τις εκδόσεις "ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ" σε PDF σε αυτήν την ιστοσελίδα

Ο λύκος ξαναγύρισε
Η λίμνη των κύκνων
Το σπιτάκι στο λιβάδι
Ένα ψάρι που δεν ήξερε να κολυμπάει
Η μπουγάδα του Αι-Βασίλη
Φίλοι; Φώς φανάρι
Το αλφαβητάρι του Μουσείου Μπενάκη
Ο Τομ είναι τιμωρία
(ΕΛΕΓΜΕΝΑ)

Κυριακή, 7 Μαρτίου 2010

ΜΙΑ ΣΤΑΓΟΝΑ ΤΑΞΙΔΕΥΕΙ

Παραμύθι που γράφτηκε από κοινού από μαθητές του Α' Δημοτικού Σχολείου Λατσιών (Κύπρος) και του Δημοτικού Σχολείου Δημητριτσίου (Ελλάδα)

Μια σταγόνα  ταξιδεύει. 
 Κεφάλαιο 1ο
 Η μαμά σταγόνα, ο μπαμπάς σταγόνα, ο Σταγονούλης και η αδελφή του η σταγονίτσα η Μαριλού, άνοιξαν τα μάτια τους στον πρωινό ήλιο. Όλα ήταν τόσο όμορφα γύρω. Το ποτάμι κελάρυζε ήσυχα. Το ποτάμι ήταν το σπίτι τους.
Ξαφνικά όμως, κι ενώ όλα ήταν τόσο ήσυχα, φάνηκε μια μεγάλη βρώμικη και γκρίζα κηλίδα. Καθώς έπλεε στην επιφάνεια του νερού άφηνε πίσω της διάφορα χρώματα και μόλυνε το νερό. Ήταν ο κύριος Πετρελένιος με την κυρία Πετρελένιου και τα πολλά, πολλά παιδάκια τους. Συζητούσαν κι έλεγαν πώς να πλησιάσουν και να μολύνουν όσο το δυνατόν πιο πολλές σταγόνες νερού από το ποτάμι. Κι έβαλαν σε εφαρμογή το τρομερό και βρώμικο σχέδιό τους. Κολλούσαν στις καθαρές σταγόνες και τις ρύπαιναν. Δεν άργησε να έρθει και η σειρά της σταγονίτσας Μαριλού. Κατάλαβε ότι το καθαρό της φόρεμα έγινε απ’ τη μια στιγμή στην άλλη γεμάτο πιτσιλιές από πετρέλαιο. Η ώρα περνούσε και η οικογένεια Πετρελένιου συνέχιζε το ρυπαρό και μολυσματικό της έργο.
Είχε γίνει πια μεσημέρι. Ο ήλιος ζέσταινε το ποτάμι. Μερικές σταγόνες άρχισαν να εξατμίζονται και να ανεβαίνουν στον ουρανό. Μια απ’ αυτές τις σταγόνες ήταν και η Μαριλού. Όσο ανέβαινε σκεφτόταν την καταστροφή του σπιτιού της. Δεν ήξερε ποιος έστειλε την πετρελαιοκηλίδα. Όλο και ανέβαινε και σκεφτόταν ότι πρέπει να πολλαπλασιαστούν οι σταγόνες του νερού στο ποτάμι, έτσι ώστε να νικήσουν την οικογένεια του κυρίου Πετρελένιου. Σκεφτόταν ακόμη ότι πρέπει να αποδείξουν, ότι το νερό είναι το πιο σημαντικό πράγμα σε όλο τον κόσμο.
- Να σταματήσουν πια να χρησιμοποιούνε πετρέλαιο. Έλεγε και ξανάλεγε.
Αλλά ποιος την άκουγε τώρα που ήταν υδρατμός; Η φωνή της ήταν πολύ αδύνατη και μόλις μπορούσαν να την ακούσουν οι άλλες σταγόνες στον μεσημεριάτικο ουρανό.
Πέρασαν αρκετές ώρες και η σταγονίτσα έμενε να ακροβατεί στον ουρανό με το βρώμικο φορεματάκι της με τις πιτσιλιές. Όταν άρχισε να νυχτώνει ένα αεράκι την σήκωσε ψηλά και την άφησε απαλά σε ένα σύννεφο που περνούσε εκείνη την ώρα, πάνω από το ποταμάκι. Τα βατράχια στο ποτάμι όταν πήγαν να τραγουδήσουν κατάλαβαν ότι το δέρμα τους είχε γεμίσει σταγόνες από τον κύριο Πετρελένιο.
Η σταγόνα έτσι όπως προσνεφώθηκε, έπεσε πάνω σε μια παρέα καθαρές σταγόνες. Ενώθηκε πολύ γρήγορα αλλά δεν άργησε να καταλάβει ότι...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΕΔΩ:

Παραμύθι για την Αγάπη

Από την alloena

Μια μέρα συγκεντρώθηκαν σε κάποιο μέρος της γης όλα τα συναισθήματα και όλες οι αξίες του ανθρώπου.
Η Συγνώμη αφού συστήθηκε 3 φορές στην Ανία της πρότεινε να παίξουν κρυφτό. Το Ενδιαφέρον σήκωσε το φρύδι και περίμενε να ακούσει ενώ η Περιέργεια χωρίς να μπορεί να κρατηθεί ρώτησε: "Τι είναι το κρυφτό"; Ο ενθουσιασμός άρχισε να χορεύει παρέα με την Ευφορία και η Χαρά άρχισε να πηδάει πάνω κάτω για να καταφέρει να πείσει το Δίλημμα και την Απάθεια οποία δεν την ενδιέφερε ποτέ τίποτα, να παίξουν κι αυτοί.
Αλλά υπήρχαν πολλοί που δεν ήθελαν να παίξουν: Η Αλήθεια δεν ήθελε να παίξει γιατί ήξερε ότι ούτως ή άλλως κάποια στιγμή θα την αποκάλυπταν, η Υπεροψία έβρισκε το παιχνίδι χαζό και η Δειλία δεν ήθελε να ρισκάρει.
'Ένα, δύο, τρία, άρχισε να μετράει η Συγνώμη. Η πρώτη που κρύφτηκε ήταν η Τεμπελιά. Μιας και βαριόταν κρύφτηκε στον πρώτο βράχο που συνάντησε. Η Πίστη πέταξε στους ουρανούς και η Ζήλια κρύφτηκε στην σκιά του Θριάμβου ο oποίος με την δύναμη του κατάφερε να σκαρφαλώσει στο πιο ψηλό δέντρο.
Η Γενναιοδωρία δεν μπορούσε να κρυφτεί γιατί κάθε μέρος που έβρισκε της φαινόταν υπέροχο μέρος για να κρυφτεί κάποιος άλλος φίλος της οπότε το άφηνε ελεύθερο. Και έτσι η Γενναιοδωρία κρύφτηκε σε μια ηλιαχτίδα.
Ο Εγωισμός αντιθέτως βρήκε αμέσως κρυψώνα ένα καλά κρυμμένο και βολικό μέρος μόνο για αυτόν. Το Ψέμα πήγε και κρύφτηκε στον πάτο του ωκεανού. Το Πάθος και ο Πόθος κρύφτηκαν μέσα σε ένα ηφαίστειο.
Η Αγάπη δεν είχε βρει ακόμη κάπου να κρυφτεί. Έβρισκε όλες τις κρυψώνες πιασμένες, ώσπου βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και κρύφτηκε εκεί.....
1000, μέτρησε η Συγνώμη και άρχισε να ψάχνει.
Την πρώτη που βρήκε ήταν η Τεμπελιά αφού δεν είχε κρυφτεί και πολύ μακριά. Μετά βρήκε την Πίστη που μίλαγε στον ουρανό με τον Θεό για θεολογία.
Ένιωσε τον ρυθμό του Πόθου και του Πάθους στο βάθος του ηφαιστείου και αφού βρήκε την Ζήλια δεν ήταν καθόλου δύσκολο να βρει και τον Θρίαμβο. Βρήκε πολύ εύκολα το Δίλημμα που δεν είχε ακόμη αποφασίσει που να κρυφτεί. Σιγά-σιγά τους βρήκε όλους εκτός από την Αγάπη.
Η Συγνώμη έψαχνε παντού, πίσω από κάθε δένδρο, κάτω από κάθε πέτρα, σε κάθε κορφή βουνού, μα τίποτα.
Όταν ήταν σχεδόν έτοιμη να τα παρατήσει βρήκε ένα θάμνο από τριαντάφυλλα και άρχισε να τον κουνάει νευρικά ώσπου άκουσε ένα βογκητό πόνου. Ήταν η Αγάπη που τα αγκάθια από τα τριαντάφυλλα της είχαν πληγώσει τα μάτια.
Η Συγνώμη δεν ήξερε πως να επανορθώσει, έκλαιγε, ζητούσε ...συγνώμη και στο τέλος υποσχέθηκε να γίνει ο οδηγός της Αγάπης.
Κι έτσι από τότε η Αγάπη είναι πάντα τυφλή και η Συγνώμη πάντα τη συνοδεύει.

Παρασκευή, 5 Μαρτίου 2010

ΚΑΝΕ ΤΟ ΚΑΛΟ…


Παραμύθι από τον Πέτρο Χαλικιά. Εικόνες από την Αλέκα Τρίμπου

Μια φορά κι ένα καιρό στο καταπράσινο δάσος της Καστανοχώρας ζούσε ένα μικρό ξωτικό…Δηλαδή άνθρωπος ήταν αλλά το περνούσαν για ξωτικό και μάλιστα έλεγαν ότι ήταν παιδί του Ίσκιου και της Συννεφιάς. Όμως αυτοί το άφησαν να ζήσει μόνο του στο δάσος γιατί ήταν κοντό, χοντρό και άσχημο και οι άνθρωποι ήθελαν μόνο όμορφα και λαμπερά πράγματα ακόμη κι αν αυτά ήταν ξωτικά…
Ο Μόδης λοιπόν το ξωτικό –γιατί έτσι το έλεγαν- ήταν τόοοσο κοντός που το κεφάλι του μύριζε ποδαρίλα! Ήταν τόοοσο χοντρός, που όταν τον έβλεπες από μακριά νόμιζες ότι έρχονταν πολλοί! Είχε κάτι μεγάλα αυτιά που όταν φύσαγε από πίσω αυτά χτυπούσαν παλαμάκια! Είχε όμως δυο πανέξυπνα και λαμπερά πράσινα μάτια και μια ζεστή καρδιά. Ξέχασα να σας πω ότι είχε και τρομερή δύναμη αν και η εμφάνισή του δεν πρόδιδε κάτι τέτοιο…
Γύριζε στο δάσος και προσπαθούσε να πλησιάσει τα ζώα και να τα κάνει φίλους του μα κι αυτά τον απέφευγαν και πολλές φορές τον κορόιδευαν:
- Μόδη κούμπωσε τ΄αυτιά σου!!
- Πάλι άφησες τ΄αυτιά σου ξεκούμπωτα;
- Πώς προχωράς; Περπατώντας ή κυλώντας;
Kι έτρεχαν από δω κι από κει στο δάσος και κανένα δεν έδινε στο Μόδη έστω και λίγη σημασία…

Πέρασε το καλοκαίρι το χρυσό, τέλειωνε και το φθινόπωρο το μελαγχολικό και πλησίαζε ο χειμώνας για να ρίξει το παγωμένο σάλι του πάνω από την Καστανοχώρα. Όλα τα ζώα ετοιμάζονταν για το μακρύ χειμωνιάτικο ύπνο τους. Ήξεραν ότι με τέτοιο καιρό θα ήταν δύσκολο να βρίσκουν τροφή και ζέστη και το καλύτερο που είχαν να κάνουν ήταν να το στρώσουν στη φωλιά τους.
Ο Μόδης κοίταξε τον ουρανό και είδε τα τελευταία διαβατάρικα πουλιά να απομακρύνονται για την Χουχουλοχώρα – έτσι λένε τη ζεστή χώρα στην Αφρική - που θα τους φιλοξενήσει για το χειμώνα.
Και, καθώς είναι γνωστό ότι τα ξωτικά δεν καταλαβαίνουν τίποτα από κρύα και χιόνια, άρχισε να τριγυρνά ή μάλλον να κουτρουβαλά ανάμεσα στα δέντρα.
Ξαφνικά μια δυνατή πονεμένη φωνή ακούστηκε πίσω από κάτι θάμνους...
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΕΔΩ: