Τρίτη, 29 Μαρτίου 2011

Ο ετοιμοθάνατος βασιλιάς ... του Τζάνι Ροντάρι


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας ετοιμοθάνατος βασιλιάς. Ήταν πανίσχυρος βασιλιάς, αλλά ήταν άρρωστος πολύ βαριά κι απελπιζόταν: «Είναι δυνατόν ένας τόσο ισχυρός βασιλιάς να πρέπει να πεθάνει; Τι κάνουν οι μάγοι μου; Γιατί δε με γλιτώνουν;»

Αλλά οι μάγοι το είχαν βάλει στα πόδια, από φόβο μήπως τους πάρει το κεφάλι. Μόνο ένας είχε απομείνει, ένας γέρος μάγος, που κανένας δεν του έδινε σημασία, γιατί ήταν μάλλον ιδιότροπος κι ίσως λίγο τρελούτσικος. Εδώ και πολλά χρόνια ο βασιλιάς δεν τον συμβουλευόταν , αυτή τη φορά όμως πρόσταξε να τον καλέσουν.

–Μπορείς να σωθείς, είπε ο μάγος, αλλά με μία συμφωνία: να παραχωρήσεις για μία μέρα το θρόνο σου στον άνθρωπο που θα σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους τους ανθρώπους. Έτσι θα πεθάνει αυτός στη θέση σου.

Αμέσως βγήκε φιρμάνι σ’ όλο το βασίλειο: «Όσοι μοιάζουν στο βασιλιά να παρουσιαστούν στην Αυλή μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες, αλλιώς θα θανατωθούν.»

Παρουσιάστηκαν πολλοί: κάποιοι είχαν γενειάδα ίδια με του βασιλιά, αλλά η μύτη τους ήταν λίγο πιο μακριά ή λίγο πιο κοντή και ο μάγος τούς απέρριπτε, άλλοι έμοιαζαν στο βασιλιά όπως ένα πορτοκάλι μοιάζει με το διπλανό του στο καφάσι του μανάβη, αλλά ο μάγος τούς απέρριπτε, γιατί είτε τους έλειπε ένα δόντι ή έιχαν μια κρεατοελιά στην πλάτη.

–Μα εσύ τους απορρίπτεις όλους, διαμαρτυρόταν ο βασιλιάς στο μάγο του. Άσε με να δοκιμάσω εγώ μ’ έναν απ’ όλους, να γίνει μια αρχή.
–Άδικα θα παιδευτείς, αποκρινόταν ο μάγος.

Ένα βράδυ, ο βασιλιάς κι ο μάγος του έκαναν περίπατο στις επάλξεις της πόλης και κάποια στιγμή ο μάγος φώναξε: « Να ο άνθρωπος που σου μοιάζει πιότερο απ’ όλους!» Και με τα λόγια αυτά, έδειξε ένα ζητιάνο σακάτη, καμπούρη, μισότυφλο, βρόμικο και γεμάτο πληγές.

–Μα πώς είναι δυνατόν; διαμαρτυρήθηκε ο βασιλιάς. Αμέτρητες διαφορές μάς χωρίζουν.
–Ένας βασιλιάς ετοιμοθάνατος, επέμενε ο μάγος, μοιάζει μονάχα με τον πιο φτωχό, τον πιο κακότυχο της πόλης. Εμπρός, άλλαξε αμέσως ρούχα μαζί του για μία μέρα, βάλε τον στο θρόνο και θα σωθείς.

Αλλά ο βασιλιάς δε θέλησε με κανέναν τρόπο να παραδεχτεί πως έμοιαζε μ’ ένα ζητιάνο. Γύρισε στο παλάτι κατσουφιασμένος κι άκεφος και το ίδιο βράδυ πέθανε, με το στέμμα στο κεφάλι και το σκήπτρο σφιχτά στην παλάμη.

Πηγή: Από το βιβλίο "Παραμύθια από το τηλέφωνο" (για παιδιά από 6 ετών)
Συγγραφέας: Τζάνι Ροντάρι
Εικονογράφηση: Φραντσέσκο Αλτάν
Απόδοση: Άννα Παπασταύρου
Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δευτέρα, 7 Μαρτίου 2011

Ο παράξενος χαρταετός

Όλοι οι χαρταετοί της Καθαρής Δευτέρας κατέβηκαν, όλοι αφήσανε τα σύννεφα και το γαλάζιο φως, όλοι μπήκαν φρόνιμα στα ντουλάπια και τακτοποιήθηκαν καλά, μαζεμένες οι ουρές τους, τυλιγμένα τα κουβάρια τους, τέρμα οι τρέλες και οι ακροβασίες… Μονάχα ένας χαρταετός δεν κατέβηκε. Μονάχα ένας χαρταετός συνέχισε να πετάει όλο και πιο ψηλά, όλο και πιο μακριά. Γι’ αυτόν τον παράξενο χαρταετό θα σας μιλήσω τώρα.

Λοιπόν, πρωί πρωί την Καθαρή Δευτέρα, όλοι οι χαρταετοί ανέβηκαν στον ουρανό. Άλλοι κάναν τούμπες και βουτιές κι άλλοι αρμενίζαν ήσυχα και καμάρωναν. Ήταν όμορφοι χαρταετοί. Κόκκινοι με γαλάζιους κύκλους, κίτρινοι με μπλε μαργαρίτες, μεγάλοι με πολύχρωμες χάρτινες ουρές, μικροί με αστεία σκουλαρίκια…

Αλήθεια, ήταν πολύ φανταχτεροί και πολύ περήφανοι και θέλανε να φτάσουν ως τον ήλιο, αλλά τα παιδάκια τούς τραβούσαν μ’ ένα σπάγκο κατά τη γη.

- Είσαστε χαρούμενοι; Είσαστε ευτυχισμένοι; τους ρώτησε η Τρελούτσικη Ηλιαχτίδα που όλα θέλει να τα μαθαίνει.

- Με τόσα πλούτη που έχουμε, πώς να μην είμαστε ευτυχισμένοι; αποκρίθηκαν οι χαρταετοί με τις ουρές και τα σκουλαρίκια, με τις ζωγραφιές και τα χρώματα τα φανταχτερά!
- Ίσως έχετε δίκιο, ίσως έχετε άδικο είπε η Τρελούτσικη και πέταξε κοντά στο φίλο μας τον παράξενο χαρταετό.
-Κι εσύ; τον ρώτησε.
- Και βέβαια είμαι ευτυχισμένος!
- Όμως, δεν έχεις ζωγραφιές, δεν έχεις χρώματα φανταχτερά ούτε σγουρή ουρά και αστεία σκουλαρίκια.
- Είμαι ευτυχισμένος, γιατί είμαι ελεύθερος! Ταξιδεύω δίχως σπάγκο. Όλα είναι δικά μου!
- Μμμμ, έκανε η Τρελούτσικη Ηλιαχτίδα σκεφτική.
- Χα, χα, χα!…κορόιδεψαν οι άλλοι χαρταετοί. Και πού είναι τα σκουλαρίκια σου;
- Να τα, είπε ο λεύτερος χαρταετός και πήρε δυο αχνούτσικα αστεράκια από το περιβόλι της νύχτας και τα κρέμασε στ’ αυτάκια του.
Λάμψανε τ’ αστράκια, ίδιο χρυσάφι.
-Μμμμ έκανε πάλι η αχτιδούλα σκεφτική. Ίσως να έχεις δίκιο, ίσως να έχεις άδικο. Κι η ουρά σου πού είναι;
- Είμαι ένα λεύτερος χαρταετός και όποτε θέλω παίρνω για ουρά μου έν’ άσπρο σύννεφο.
Έτσι αποκρίθηκε και γάντζωσε στο ξυλαράκι του ένα άσπρο σύννεφο.

Οι άλλοι χαρταετοί δεν ξέρανε τώρα τι να πούνε. Δεν μπορούσανε πια να καμαρώνουν. Ο παράξενος χαρταετός ταξίδευε τραγουδώντας στον ουρανό όλο πιο ψηλά, όλο πιο μακριά. Στ’ αυτάκια του λάμπανε τα νυσταγμένα άστρα, η αφράτη μεταξένια ουρά του ανέμιζε με χίλια τσακίσματα και νάζια.

- Και πού είναι τα χρώματά σου; φώναξε ένας χαρταετός.

- Να τα! είπε ο φίλος μας κι έκανε μια βουτιά στη δύση και βάφτηκε με κόκκινο, χρυσό και πορτοκαλί.

- Έχεις δίκιο! είπε η Τρελούτσικη.

-΄Έχεις δίκιο! είπαν οι χαρταετοί.- Είσαι όμορφος! θαύμασε η Τρελούτσικη.- Είμαι ελεύθερος! είπε ο χαρταετός κι οι άλλοι ζήλεψαν.

Τώρα θέλανε να’ χουν κι αυτοί την ομορφιά του λεύτερου, μα ήτανε τόσο γεμάτοι με ψευτομπιχλιμπίδια, που δεν είχαν χώρο ούτε για μια κλωστίτσα ήλιου.

Ο παράξενος χαρταετός ξανοίχτηκε στον ατέλειωτο ουρανό. Πήγε τόσο ψηλά και τόσο μακριά, που κανένας χαρταετός δεν μπορούσε να φτάσει, γιατί κανένας σπάγκος δεν είναι τόσο μεγάλος. Οι άλλοι χαρταετοί κατέβηκαν και άραξαν στα ντουλάπια τους, ενώ ο φιλαράκος μας αρμένιζε στον κόσμο, στολισμένος με όλα τα λεύτερα πράγματα που ο καθένας μπορεί να χαίρεται. Το φως, το σύννεφο, τ’ αστέρια, το τραγούδι.

Λοιπόν, η Τρελούτσικη πολύ τον αγάπησε αυτόν το λεύτερο χαρταετό και του’ πε να γίνει ταχυδρόμος τ’ουρανού και εκείνος είπε » ναι» και τότε του’ δωσε αυτό ακριβώς το παραμύθι και μου το ‘ φερε.

Από το βιβλίο της Β΄Δημοτικού έκδ. 1983