Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2012

H Google τιμά τους μεγάλους παραμυθάδες, τους αδερφούς Γκριμ!


Με το αγαπημένο Google Doodle, ίσως το μεγαλύτερο που έχει φτιάξει, η Google αφηγείται την «Κοκκινοσκουφίτσα», μια από τις πιο γνωστές ιστορίες των αδερφών Γκριμ και ίσως το πιο γνωστό παραμύθι του κόσμου.

Σημερα στην πρωτη σελιδα της Google μπορειτε να διαβάσετε την Κοκκινοσκουφιτσα! Η Google τιμα τους αδερφους Γκριμ με αφορμη την 200η επετειο από την πρωτη εκδοση των παραμυθιων τους!

Οι αδελφοί Γιάκομπ και Βίλχελμ Καρλ Γκριμ ήταν δύο ιδιαίτερα δημοφιλείς συλλέκτες παραδοσιακών παραμυθιών που γεννήθηκαν στις 4 Ιανουαρίου του 1785 και στις 24 Φεβρουαρίου του 1786 αντίστοιχα στο Χάναου της Γερμανίας.

Οι Γκριμ ήταν συγγραφείς και συλλέκτες παραδοσιακών παραμυθιών, στα οποία ο Βίλχελμ Καρλ Γκριμ έδωσε λογοτεχνική μορφή και τα προσάρμοσε για παιδιά. Άρχισαν να συλλέγουν παραμύθια γύρω στο 1807, μια περίοδο που υπήρχε έντονο ενδιαφέρον για παρόμοια έργα, καθώς μεταξύ του 1805 και του 1809 οι Λούντβιχ Άχιμ φον Άρνιμ και Κλέμενς Μπρεντάνο είχαν κυκλοφορήσει μία συλλογή με παραδοσιακά ποιήματα, ενώ περίπου έναν αιώνα πριν ο Γάλλος Σαρλ Περώ είχε εκδώσει και αυτός μια συλλογή με παραμύθια («Contes de ma mere l' oye», 1697).

Τον πρώτο τόμο παραμυθιών τον εξέδωσαν το 1812. Ο τόμος, υπό το όνομα «Kinder - und Hausmärchen» (Παιδικά και Οικογενειακά Παραμύθια), περιείχε 86 ιστορίες. Ακολούθησαν άλλες 70 ιστορίες σε ένα δεύτερο τόμο, που εκδόθηκε το 1814.

Μέχρι το 1857 επτά εκδόσεις των παραμυθιών είχαν εκδοθεί και περιείχαν συνολικά 211 παραμύθια. Ανάμεσα σε αυτά υπάρχουν γνωστά παραμύθια όπως η Κοκκινοσκουφίτσα, Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι, Ο Βασιλιάς Βάτραχος, Κουτσοκαλιγέρης, Χάνσελ και Γκρέτελ, Ραπουνζέλ, Ο γενναίος ραφτάκος, Η Ωραία Κοιμωμένη, Σταχτοπούτα, Ο λύκος και τα εφτά κατσικάκια, Αδελφός και Αδελφή και άλλα.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2012

«Στη Βουνοπλαγι​ά της Χαράς» της Κατερίνας Παπαφράγκο​υ

«Στη Βουνοπλαγιά της Χαράς» της Κατερίνας Παπαφράγκου είναι το καινούριο εικονογραφημένο χριστουγεννιάτικο παραμύθι που απελευθερώθηκε μόλις πριν λίγο από τις Εκδόσεις Σαΐτα! Ένα παραμύθι για την αξία της φιλίας και το σεβασμό που όλοι οφείλουμε στο περιβάλλον.



 
Εικονογράφηση-Εξώφυλλο: Ερμιόνη Κοντολαιμάκη
 
Σύντομη περίληψη
Σε μια βουνοπλαγιά μακριά από τη φασαρία της πόλης, τα έλατα μιλάνε, κάνουν φίλους τους τα ζώα και γλεντάνε. Εκεί κάπου ψηλά στέκεται όμορφο κι ένα έλατο, ο Αστρένιος, που λαμπυρίζει τη νύχτα σαν αστέρι. Έχει φίλους του τα δέντρα αλλά και τα υπόλοιπα ζωάκια του δάσους και κάθε βράδυ μαζεύονται όλοι μαζί και χαίρονται να διασκεδάζουν ο ένας πλάι στον άλλο. Μέχρι που ένας κότσυφας προμηνύει τα Χριστούγεννα. Τα έλατα γνωρίζουν τη συνήθεια των ανθρώπων να τα κόβουν για να τα στολίσουν και τρέμουν στην ιδέα.
Μακριά από τη βουνοπλαγιά, σε ένα έρημο παγωμένο ξέφωτο, μένει μόνο του ένα άλλο μοναχικό έλατο με κορμό σαν χοντρό κούτσουρο, ο Μαΐστρο. Είναι εκεί μέρα και νύχτα και παρατηρεί παγωμένο τον Αστρένιο να χαίρεται με τους φίλους του στη χαρούμενη βουνοπλαγιά. Μέχρι που η ζήλεια του θολώνει τη σκέψη και αποφασίζει να του κάνει κακό. Ένας ξυλοκόπος τότε βρίσκεται στο δρόμο του και γίνεται η αίτια να κινδυνεύσει πολύ ο Αστρένιος. Όμως στο τέλος, ένα όνειρο και η τύχη κάνει τα δυο έλατα να αγαπηθούν και να γίνουν παντοτινοί φίλοι στην αλυσίδα της φύσης. Ένα παραμύθι που μιλάει για τη φιλία και τον σεβασμό στο περιβάλλον.
 
Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το ψηφιακό βιβλίο από τη διεύθυνση http://www.saitapublications.gr/2012/12/ebook.12.html(σε μορφή .pdf) ή να το διαβάσετε σε μορφή εικονικού βιβλίου, χωρίς να κατεβάσετε το αρχείο, μέσω της διεύθυνσης: http://issuu.com/saita.publications/docs/sti_bounoplagia_tis_charas ή απλά να πατήσετε παρακάτω: (έξοδος με esc)


Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2012

«Ο ήλιος που έχασε το δρόμο του» από την Ευρυδίκη Αμανατίδου, Εκδόσεις Σαΐτα.


Ο σκανταλιάρης ήλιος Λάμπης είναι «ο ήλιος που έχασε το δρόμο του». Διαβάστε την ιστορία του που ξεκίνησε το ελεύθερο ταξίδι της από τις Εκδόσεις Σαΐτα και σκεφτείτε για τη χρησιμότητα που έχει το κάθε τι και η δύναμη της αλληλοβοήθειας. Aπό την Ευρυδίκη Αμανατίδου με εικονογράφηση της Ευγενίας Παπαϊωάννου.
Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το ψηφιακό βιβλίο από τη διεύθυνση http://www.saitapublications.gr/2012/11/ebook.8.html(σε μορφή .pdf), να το διαβάσετε σε μορφή εικονικού βιβλίου, χωρίς να κατεβάσετε το αρχείο, μέσω της διεύθυνσης:http://www.issuu.com/saita.publications/docs/lampis ή απλά πατώντας παρακάτω: (esc για έξοδο)

"Η πολιτεία που δεν είχε Χριστούγεν​να" από την Ευρυδίκη Αμανατίδου (εκδ. Σαΐτα). Διαβάστε το εδώ δωρεάν



Πώς είναι να ζεις σε μία γκρίζα και σιωπηλή πολιτεία; Πώς γίνεται οι μόνες παιδικές φωνές που ακούγονται να βγαίνουν μέσα από την οθόνη της τηλεόρασης; Πού πήγαν τα Χριστούγεννα; Ποιος θα τα φέρει πίσω; Βρείτε τις απαντήσεις στο εικονογραφημένο παραμύθι «Η Πολιτεία που δεν είχε Χριστούγεννα» της Ευρυδίκης Αμανατίδου  από τις Εκδόσεις Σαΐτα!
Μπορείτε να κατεβάσετε δωρεάν το ψηφιακό βιβλίο από τη διεύθυνση http://www.saitapublications.gr/2012/11/ebook.7.html (σε μορφή .pdf) ή πατώντας παρακάτω (μπορείτε να κάνετε και μεγέθυνση πλήρους σελίδας, έξοδος με Esc)

 

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012

Η σκιά του γαϊδάρου

Μύθος του Αισώπου

Κάποτε, ένας ταξιδιώτης που ήθελε να διασχίσει μια μεγάλη και έρημη περιοχή, αποφάσισε να νοικιάσει ένα γάιδαρο και το αφεντικό του, για να μπορέσει να κάνει το ταξίδι αυτό.
Ξεκίνησαν πρωί πρωί, ο ταξιδιώτης επάνω στο γάιδαρο και το αφεντικό του γαϊδάρου δίπλα του, με τα πόδια κρατώντας το χαλινάρι. Το μεσημέρι που ο ήλιος ήταν ψηλά και η ζέστη είχε γίνει αφόρητη έκαναν μια στάση για να ξαποστάσουν. Ο ταξιδιώτης κατέβηκε απ’ τον γάιδαρο και κάθισε να ξεκουραστεί στη σκιά του γαιδάρου, μιας και στην περιοχή που ταξίδευαν δεν υπήρχε βλάστηση.
«Σήκω από ‘κει αμέσως. Η θέση αυτή είναι δική μου.» Φώναξε το αφεντικό του γαϊδάρου.
«Μα αφού σε πλήρωσα!» Είπε ο ταξιδιώτης.
«Ναι, με πλήρωσες για το γάιδαρο, αλλά όχι και για τη σκιά του». Είπε το αφεντικό του γαϊδάρου.
Και έτσι οι δύο άντρες συνέχισαν να μαλώνουνε, για την σκιά του γαϊδάρου.
Εν τω μεταξύ, ο γάιδαρος που βαρέθηκε να ακούει τις φωνές τους αποφάσισε να φύγει, για να βρει την ησυχία του.
Έτσι οι δύο άντρες έμειναν μόνοι τους, χωρίς σκιά να ξαποστάσουν και χωρίς τον μέσο για να συνεχίσουν το ταξίδι τους!
mikrouli.gr

Τετάρτη, 18 Ιουλίου 2012

Η ΚΟΥΤΑΛΟΥ Κυπριακό Παραμύθι



Μια φορά κι ένα καιρό σ’ ένα απόμακρο μέρος της γης ήταν ένας βασιλιάς κι είχε τρεις γιούς όλοι λεβέντες και παλληκάρια και που κανένας δεν μπορούσε να τους παραβγεί στην αντρειά.
Με την ανδρειά τους που ήταν ξακουστή στα πέρατα του κόσμου, κανένας εχθρός δεν τολμούσε να απειλήσει το δικό τους βασίλειο, έτσι πάντα εκεί ήταν ειρήνη κι ο κόσμος ζούσε ευχαριστημένος και χαρούμενος.
Ο βασιλιάς τους καμάρωνε αλλά καθώς γερνούσε κάθε χρόνο όλο και πιο πολύ έπρεπε να διαλέξει σε ποιόν από τους τρείς γιούς του θα έδινε τον θρόνο και να γινόταν ο καινούργιος βασιλιάς. Για να γίνει όμως αυτό έπρεπε πρώτα να βρει ο καθένας την γυναίκα που θα παντρευόταν. Κι όποιος από τους τρείς έβρισκε την καλύτερη αυτός θα γινόταν κι ο βασιλιάς. Έτσι τους είπε να βγουν κι οι τρείς στην ταράτσα του παλατιού. Να σημαδέψουν και να ρίξουν ο καθένας με το τόξο του ένα βέλος. Κι όπου έπεφτε το βέλος αυτό, σήμαινε ότι εκεί θα έβρισκαν και την γυναίκα που θα παντρεύονταν. Βγήκαν λοιπόν όλοι στην ταράτσα, ο βασιλιάς με την βασίλισσα, ο Βεζύρης με την Βεζύραινα κι όλοι οι ακόλουθοι του παλατιού για να παρακολουθήσουν που θα έπεφτε το κάθε βέλος που θα ρίχναν τα βασιλόπουλα.
 Έπαιξαν λοιπόν οι σάλπιγγες του παλατιού και πρώτα έριξε ο μαγαλύτερος. Το βέλος διάγραψε μια μεγάλη ώσπου έφθανε το μάτι σου τροχιά,κι έπεσε ακριβώς στην αυλή του Βεζύρη. Το βασιλόπουλο καταχάρηκε γιατί η Βεζυροπούλα ήταν όμορφη και του άρεσε.
 Σημάδεψε έπειτα το δεύτερο βασιλόπουλο από την αντίθετη μεριά. Το βέλος έκανε ένα μεγάααλο κύκλο κι έπεσε στην αυλή του δήμαρχου. Το βασιλόπουλο πέταξε από την χαρά του γιατί εκεί βρισκόταν η δημαρχοπούλα που του άρεσε πολύ και στον περασμένο χορό της πρωτοχρονιάς είχε χορέψει μαζί της.
 Έφτασε τέλος κι η σειρά του τρίτου βασιλόπουλου. Σήκωσε το βέλος σημάδεψε και... έπειτα από τον κύκλο που έκανε το βέλος στον ουρανό, χαμήλωσε κι έπεσε.... στην κοπριά.
 «Μα δεν γίνεται; Σίγουρα δεν σημάδεψε καλά.» Άρχισαν να ψιθυρίζουν οι παλατιανοί. «Να ρίξει ξανά.» Σημαδεύει και πάλι το βασιλόπουλο αλλά και πάλι το βέλος έπεσε στο ίδιο σημείο. «Λάθος σημάδεψε!» μουρμούρισαν και πάλι οι παλατιανοί . «Να ξανασημαδέψει!» Όσες φορές όμως και να έριξε ο βασιλόπουλο τα βέλη συνέχισαν να πέφτουν στην κοπριά. Φαίνεται η τύχη σου βρίσκεται στα σκουπίδια γιέ μου είπε τέλος ο Βασιλιάς. Πήγαινε να την βρεις και σε ένα μήνα ακριβώς πρέπει να είστε εδώ και οι τρείς για να δούμε ποιός θα γίνει βασιλιάς.
 Έτσι το βασιλόπουλο πήγε εκεί κι άρχισε να σκάφτει για να βρει την τύχη του επάνω στην κοπριά. Έσκαψε - έσκαψε και σαν βράδιασε κι είχε τελειώσει σχεδόν όλο το μέρος αναστέναξε κουρασμένος. «Μπα δεν υπάρχει τίποτε άλλο εκτός από σκουπίδια» σκέφτηκε, όταν η αξίνα του κτύπησε σε μια τετράγωνη πλάκα. Περίεργος έπεσε στα γόνατα και με τα χέρια την καθάρισε από τα χώματα. Στην μέση της πλάκας ήταν ένας σιδερένιος χαλκάς. Τον τράβηξε με δύναμη και σαν άνοιξε η πλάκα είδε μια σκάλα που φωτιζόταν με κεριά στερεωμένα στους τοίχους. Άρχισε να κατεβαίνει να κατεβαίνει μετρώντας τα σκαλοπάτια μέχρι που έφτασε στο 99. Εκεί βρισκόταν μια πόρτα που στο πάνω μέρος της έγραφε με χρυσά γράμματα.
-«Καλώς ήλθες αφεντικό. Σπρώξε την πόρτα και μπες.» Το βασιλόπουλο την άγγιξε κι η πόρτα άνοιξε. Εκεί αντίκρισε ένα σαλόνι με ολόχρυσες καρέκλες, όμορφα κάδρα στόλιζαν τους τοίχους κι απέναντι βρισκόταν το τζάκι όπου έτριζαν τα ξύλα και μια ολοκόκκινη φωτιά που έκαιγε. Κοίταξε ένα γύρω και τότε τι να δει. Στην γωνιά σ' ένα μικροσκοπικό σκαμνάκι καθόταν ένα πεντάμορφο κορίτσι κι όταν σηκώθηκε είδε ότι δεν ήταν πιο ψηλή από την κουτάλα της σούπας.
-Ποιά είσαι σύ κοριτσάκι; ρώτησε το βασιλόπουλο που αν και τοσοδούλα είχε τα πιο όμορφα μάτια που είχε δει ποτέ.
 -Είμαι η Κουταλού, απάντησε με μια γλυκιά φωνή. Το ‘ξερα ότι θάρθεις και σε περίμενα. -Μα πώς το ήξερες; ρώτησε το βασιλόπουλο με περιέργεια.
 -Η μοίρα το είπε ότι όταν γίνω 18 χρονών θα έρτει να με βρει εκείνος που θα με παντρευτεί. Και σήμερα είμαι 18.
-Μα είσαι τόσο δα μικροκαμωμένη Κουταλού πως να παντρευτούμε; είπε συλλογισμένος. Είσαι όμως πολύ όμορφη και αφού το είπε η μοίρα θα παντρευτούμε. Νομίζω σε αγαπώ και για σένα, δεν πειράζει κι αν χάσω τον θρόνο. Πρέπει μόνο να σε πάρω στο παλάτι μου για να σε δει ο πατέρας μου. είπε το βασιλόπουλο. Αλλιώς όλοι θα λένε ότι δεν φέρθηκε δίκαια αν δώσει τον θρόνο σ' ένα από τα αδέλφια μου χωρίς να δούνε εσένα. Αν και αποκλείεται να σε διαλέξουν κουταλίτσα μου έτσι μια σταλίτσα που είσαι.
Πέρασε λοιπόν τις μέρες του εκεί το βασιλόπουλο μαζί με την Κουταλού μέχρι τις τελευταίες ημέρες του μήνα. Τότε η Κουταλού διάταξε και του σελώσαν ένα κάτασπρο άλογο με πλουμίδια στα χαλινάρια και για τον αυτό της σέλωσε τον πετεινό. Πήγαινε μπροστά το άλογο κι ακολουθούσε τρέχοντας ο πετεινός μέχρι που έφθασαν σ' ένα ποτάμι. Εκεί δυο γυναίκες έπλεναν τα ρούχα στην άκρη του ποταμιού ενώ δίπλα καθόταν ένα αγόρι γύρω στα δέκα του χρόνια που είχε μια τόοσο μεγάλη κοιλιά σαν αγγαστρωμένο. Το βασιλόπουλο της είπε τότε να την σηκώσει για να περάσουν αλλά η Κουταλού είπε «όχι θα περάσω με τον πετεινό». Ελα όμως που ο πετεινός φοβότανε το νερό. Το άλογο χωρίς δυσκολία πέρασε το ποτάμι ο πετεινός όμως ! - Πουρι πουρ πήγαινε! τον έσπρωχνε η Κουταλού αλλά ο πετεινός αρνιόταν.
- Κικιρικού είναι βαθιά τα νερά του ποταμιού κικιρικούυυ. Πουρι πουρ λοιπόν η Κουταλού, κικιρικού ο πετεινός κι ήταν τόσο αστείο που ο μικρός αγκαστρωμένος στην άκρη του ποταμιού άρχισε να γελά και να γελά και να γελά. Δεν μπορούσε να σταματήσει και στο τέλος ένα μπάμ ακούστηκε κι έσκασε στην μέση η μεγάλη κοιλιά του σαν μπαλόνι. Σαν έσκασε άρχισε να μικραίνει να μικραίνει που σε λίγο είχε γίνει μια κανονική σαν όλους τους ανθρώπους κοιλιά. Οι γυναίκες που πλέναν τα ρούχα τον κοιτούσαν και δεν το πίστευαν. Τραβώντας λοιπόν πάνω τα φουστάνια τους για να μην βραχούν σήκωσαν στα χέρια η μια την Κουταλού κι η άλλη τον πετεινό και τους καταφιλούσαν. -Να είσαι καλά κόρη μου. Έγινες αιτία να μικράνει η κοιλιά του παιδιού, έτσι τώρα θα χορταίνει με λίγο φαγητό. Τι καλό θα ήθελες εσύ από μας; Ρώτησε η μια κι η Κουταλού είπε αναστενάζοντας. -Θα ήθελα να γινόμουν κι εγώ ψηλή σαν και το βασιλόπουλό μου, για να μην χάσει τον θρόνο του εξαιτίας μου. - Θα γίνει κόρη μου. Και λέγοντας μερικά ξόρκια πάνω από το κεφάλι της, η Κουταλού άρχισε να ψηλώνει να ψηλώνει που σε λίγο ήταν μια βεργολυγερή και πεντάμορφη κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά.. Και τότε μίλησε η άλλη γυναίκα και συμβούλεψε την Κουταλού.
 -Όταν θα πάτε κόρη μου στο παλάτι θα έχουν μαγειρεμένο κρέας με πατάτες για μεσημεριανό. Τότε εσύ θα πάρεις το κόκκαλο και θα το ρίξεις στα γένια του βασιλιά. Αντί να τον κτυπήσει το κόκκαλο θα μεταμορφωθεί σε μια ωραία ανθοδέσμη με τριαντάφυλλα που θα μοσχομυρίσουν ολόκληρο το παλάτι. Το βράδυ θα έχουν μαγειρεμένους ντολμάδες με κληματόφυλλα. Εσύ τότε θα πάρεις ένα ντολμαδάκι και θα το ρίξεις και πάλι στα γένια του Βασιλιά. Τότε θα γίνει ένα καντρί γιομάτο με ανθόνερο και θα μοσχομυρίσει ολόκληρο το παλάτι. «Τώρα να πάτε στο καλό είπαν οι γυναίκες.»
 Η Κουταλού που πια δεν μπορούσε να την σηκώσει ο πετεινός κάθισε πισωκάπουλα στο άσπρο άλογο και το βασιλόπουλο δεν χόρταινε να την κοιτάζει. Όσο για τον πετεινό τον έδωσαν δώρο στις γυναίκες. Σε λίγες ώρες έφθασαν στο παλάτι όπου τα άλλα δυο βασιλόπουλα ήταν κιόλας εκεί με τις αρραβωνιαστικές τους και τους παλατιανούς. Μόλις είδαν την πεντάμορφη Κουταλού που έλαμπε, οι άλλες δύο σκάσανε από την ζήλεια τους. Έτσι αποφάσισαν ότι θα έκαναν ότι έκανε κι εκείνη για να μην την προτιμήσει ο βασιλιάς και τους πάρει τον θρόνο. Κάθισαν λοιπόν στο τραπέζι κι η Κουταλού πήρε το μεγάλο κόκκαλο από το μπούτι με τρόπο, αλλά την είδε η άλλη. Έτσι πήρε και κείνη μια μπριτζόλα με κόκκαλο.
Σαν απόφαγαν λοιπόν κι ο Βασιλιάς άρχισε τις ερωτήσεις για να δει την εξυπνάδα των νυφών του.. άρχισε λοιπόν να ρωτάει την πρώτη γιατί παντρεύεται τον γιό του.
 -Για να γίνω βασίλισσα και όλοι να με υπακούνε, απάντησε, σας της άρεσαν τα μεγαλεία . -Εσύ γιατί θέλεις να παντρευτείς τον γιό μου; ρώτησε την δεύτερη.
-Γιατί θα έχω τα πιο ωραία ρούχα κι όταν δεν τα θέλω πια θα τα δίνω στους φτωχούς απάντησε.
 -Κι εσύ κόρη μου γιατί παντρεύεσαι τον γιό μου, ρώτησε τώρα και την Κουταλού.
- Γιατί τον αγαπώ και δεν θα ήθελα να γίνω αιτία να χάσει τον θρόνο. Όσο για ρούχα και βασίλισσα έχω το δικό μου βασίλειο απάντησε συνετά και πέταξε το κόκκαλο στα γένια του βασιλιά που ίσα του τα χάιδεψε και η ωραία ανθοδέσμη με τα τριαντάφυλλα έπεσε μπροστά του και τον μέθυσαν με την μυρωδιά τους..
Τότε ρίχνει κι η άλλη την μπριτζόλα με δύναμη που τον πήρε στο μάγουλο κάνοντας τον να μορφάσει από τον πόνο και να γίνει έξω φρενών μαζί της. Το βράδυ κάθισαν και πάλι στο στρωμένο τραπέζι όπου τα ντολμαδάκια και τ'άλλα φαγητά μοσχομύριζαν.
 Ο βασιλιάς άρχισε πάλι τις ερωτήσεις κι η Κουταλού πήρε και πάλι άριστα με τις απαντήσεις της. Στο τέλος του πετάει το ντολμαδάκι στα γένια του και το καντρί με το ανθόνερο μοσχομύρισε ολόκληρο το παλάτι. Πετάει κι η άλλη τώρα το ντολμαδάκι και γέμισαν τα γένια και ο χιτώνας του βασιλιά από ρύζια ανακατεμένα με κιμά. Κι ήταν κι από καθαρό μετάξι και πως να τον καθαρίσουν. Ο βασιλιάς θυμωμένος με την άλλη του νύφη έβαλε την κορώνα της βασίλισσας στο κεφάλι της Κουταλούς αφού άξιζε να γίνει βασίλισσα και τον θρόνο του στο μικρότερο βασιλόπουλο. Και ζήσαν κείνοι καλά κι εμείς καλύτερα.  

Μαρούλλα Πανάγου Περιστερώνας Πάφου – Κύπρος στο eBooks4Greeks.gr

Τετάρτη, 9 Μαΐου 2012

Aνακάλυψαν 2 νέες, άγνωστες μέχρι σήμερα σελίδες του Μικρού Πρίγκηπα!


Ανακάλυψαν 2 νέες, άγνωστες μέχρι σήμερα σελίδες του Μικρού Πρίγκηπα!
Ανακαλύφθηκαν δύο νέες, άγνωστες ως τώρα σελίδες του «Μικρού Πρίγκηπα» που δίνουν λίγο ακόμα χρώμα στο αξεπέραστο βιβλίο
Ο «Μικρός Πρίγκιπας» δεν είναι απλά ένα βιβλίο, είναι ένα φαινόμενο. Από το 1943, όταν εκδόθηκε, μέχρι σήμερα, έχει πουλήσει 140 εκατομμύρια αντίτυπα. Μπλούζες, πετσέτες, μολύβια, κασετίνες, καλειδοσκόπια και χίλια δυο άλλα αντικείμενα με την πασίγνωστη μορφή του Πρίγκιπα προσφέρονται για να ξεδιψάσουν οι φανατικοί του βιβλίου που ξέρουν τα πάντα γύρω την ιστορία, τα νοήματά της, το συγγραφέα και παρόλ' αυτά, παραμένουν διψασμένοι.
Η ανακάλυψη που έγινε πριν από μερικές μέρες και μεταδόθηκε από το APθα δώσει στους εραστές του βιβλίου μια νέα, συναρπαστική πτυχή: δύο νέες σελίδες βρέθηκαν στα χέρια ενός ιδιώτη, με το χαρακτηριστικό υδατογράφημα και την γραφή του συγγραφέα,  Antoine de Saint-Exupery. Η αυθεντικότητα είναι σίγουρη πέρα από κάθε αμφιβολία.
Στην πρώτη σελίδα υπάρχει ένα κείμενο που έχει συμπεριληφθεί σχεδόν αυτούσιο στο βιβλίο. Όμως το κείμενο στη δεύτερη είναι εντελώς καινούριο.
Ο Μικρός Πρίγκηπας φτάνει στη γη και το πρώτο πρόσωπο που συναντάει είναι ένας νέος χαρακτήρας, ο οποίος περιγράφεται ως «ο πρέσβης του ανθρώπινου πνεύματος». Ο «πρέσβης» είναι πολύ απασχολημένος και λέει ότι ψάχνει μάταια μια χαμένη λέξη με έξι γράμματα. Το νόημα δεν είναι αμέσως σαφές.
Ο Olivier Devers, ειδικός σε θέματα Antoine de Saint-Exupery, πιστεύει ότι αυτή η σελίδα αποδεικνύει την υποψία που συμμερίζονται πολλοί: ότι το βιβλίο φέρει το μήνυμα κατά του πολέμου.  «Ήταν ένας ονειροπόλος, και αντιμετώπιζε τον πόλεμο με τα όνειρα. Η λέξη με τα έξι γράμματα που ψάχνει ο Πρέσβης αλλά δε μπορεί έχει ανθρωπιστικό νόημα. Από τα συμφραζόμενα προκύπτει ότι η λέξη που δε μπορεί να βρει είναι η λέξη «guerre» (πόλεμος). Επειδή δεν την προφέρει, το νόημα είναι ακόμη πιο ισχυρό.
Οι σελίδες θα πωληθούν σε δημοπρασία στο Παρίσι, στις 16 Μαΐου και η εκτιμώμενή τους αξία είναι 50 με 60 χιλιάδες ευρώ.
Πηγή: lifo.gr
 
 

Παρασκευή, 13 Απριλίου 2012

Tο πρώτο μου Πάσχα Γρηγόριος Ξενόπουλος

Aγαπητοί μου,

Aυτές τις ημέρες ξαναγυρίζω πάντα στα παιδικά μου χρόνια. Kαι θυμάμαι τις θαυμάσιες εκείνες γιορτές που χαιρόμουν στην πατρίδα μου, όταν ήμουν μικρό αμέριμνο παιδί κι είχα τους καλούς μου γονείς να με φροντίζουν και να μ’ οδηγούν σε όλα. Φυσικά και στην εκκλησία ή στα «θρησκευτικά μου καθήκοντα»… Όσο ήταν χειμώνας, η μητέρα μου μ’ έπαιρνε μαζί της στον Άι-Γιάννη ή στη Φανερωμένη, τις γειτονικές μας εκκλησίες, που λειτουργούσαν κάπως αργά –από τις οχτώ η μια, από τις εννιά η άλλη. Mα όταν έμπαινε η άνοιξη, που μπορούσα να ξυπνώ και να βγαίνω πιο πρωί, ο πατέρας μου μ’ έπαιρνε στην Eπισκοπιανή ή στον Άγιο Xαράλαμπο, εξοχικές εκκλησίτσες αυτές, σ’ ένα ωραίο παραθαλάσσιο προάστιο, που λειτουργούσαν από τις επτά. Mετά τη λειτουργία, κάναμε κι έναν ωραίο περίπατο στους Kήπους και γυρίζαμε λιγάκι κουρασμένοι μα πολύ ευχαριστημένοι κι οι δυο.
          Ω, ήταν τόσο όμορφα! H άνοιξη είχε στολισμένες τις πρασινάδες με μαργαρίτες άσπρες και κίτρινες, με ολοκόκκινες παπαρούνες και μ’ άλλα γαλάζια ή μαβιά αγριολούλουδα. Tι πολύχρωμο το χαλί που απλωνόταν στα χωράφια! Tο έβλεπα κι από την ανοιχτή πόρτα της εκκλησιάς, καθώς άκουγα τα ψαλσίματα, τις ευχές και τα ευαγγέλια. Tα ευαγγέλια προπάντων μ’ άρεσαν πολύ. Eίναι τόσο ποιητικά αυτά που λένε πριν και μετά το Πάσχα. Πρώτα των Bαΐων –και συνήθως απ’ αυτή την Kυριακή άρχιζα να πηγαίνω στις εξοχικές εκκλησίτσες– έπειτα της Aνάστασης, έπειτα του Θωμά, των Mυροφόρων, της Σαμαρείτιδος… O παπα-Λογοθέτης, εφημέριος στον Άι-Xαράλαμπο, πολύ γραμματισμένος τα έλεγε θαυμάσια. Kι όχι ψαλτά με μπάσα και σικόντα, όπως σ’ άλλες εκκλησιές· αλλά διαβαστά, καθαρά, σταράτα, λέξη προς λέξη, και μ’ έκφραση, με τόνο ώστε να καταλαβαίνει το νόημα κι ο αγράμματος. Kι αλήθεια, στις εκκλησίτσες εκείνες το περισσότερο πήγαιναν απλοί, ταπεινοί άνθρωποι του λαού –ψαράδες, βαρκάρηδες, κηπουροί, μυλωνάδες. Kαι σου ’κανε χαρά να τους βλέπεις ντυμένους κυριακάτικα, ν’ ακούνε με τόση ευλάβεια και με τόση προσοχή τα λόγια του Kυρίου…
          Tη Mεγάλη όμως Eβδομάδα και το Πάσχα, όλη όλη μου η «εκκλησία» ήταν, την Kυριακή το πρωί, η Aνάσταση που γινόταν στο ύπαιθρο, και κατόπι η λειτουργία: Δεύτε λάβετε φως, Xριστός Aνέστη, Eν αρχή ην ο λόγος και καθεξής. Δεν μ’ έβγαζαν έξω βράδυ, κι ούτε στα Nυμφία με πήγαιναν, ούτε στην Aκολουθία των Παθών, ούτε στη λιτανεία του Eπιταφίου, που μόνο την πένθιμη μουσική της άκουγα από μακριά, αν τύχαινε να ξυπνήσω τη νύχτα της Mεγάλης Παρασκευής. Έτσι δεν ήξερα καλά τι προηγήθηκε απ’ την Aνάσταση. Mόνο, από την Kυριακή των Bαΐων, πως ο Xριστός μπήκε θριαμβευτικά στα Iεροσόλυμα. Aλλά τι έκαμε κει, τι τον έκαμαν, άκρες μέσες: Kάποιος Mυστικός Δείπνος, κάποιος σταυρικός Θάνατος, κάποια Tαφή σε καινό μνημείο… Tι να ήταν αυτά; Πώς να είχαν γίνει; Mόλις είχα μια ιδέα.
          Kι άξαφνα… τα έμαθα όλα! Eίχα μεγαλώσει, φαίνεται, εκείνο το χρόνο, κι οι γονείς μου με πήραν μαζί τους παντού. Έτσι άκουσα και τα φοβερά εκείνα ευαγγέλια της Mεγάλης Πέμπτης και της Mεγάλης Παρασκευής και το Σήμερον κρεμάται!… Eίδα και το Xριστό με το αγκαθένιο του στεφάνι στο μαύρο σταυρό, ένα μεγάλο Xριστό σαν αληθινό… Έπειτα τον είδα και νεκρό, ξαπλωμένο στο χρυσό Eπιτάφιο (κι ο Xριστός του Eπιταφίου στη Zάκυνθο δεν είναι κεντημένος σε πανί, είναι ζωγραφισμένος σε ξύλο, σαν εικόνα περικομμένη, όπως κι ο Eσταυρωμένος). Kαι θυμούμαι ακόμα τι αλλιώτικη εντύπωση, τι μεγαλύτερη χαρά μου έκανε το Πάσχα στην εκκλησίτσα την πρώτη φορά, αφού είχ’ ακούσει πια κι ιδεί και μάθει όλα τα προηγούμενα. Mπορώ να πω πως αυτό ήταν το πρώτο μου Πάσχα.
          Γιατί όλη τη Mεγάλη Eβδομάδα την είχα περάσει με το πένθος, με τη λύπη των Παθών. Eίχα παρακολουθήσει το Xριστό στο μαρτύριό του, στην αγωνία του, στο θάνατό του· είχ’ ακούσει και τη Διαθήκη του, είχα παρακαθίσει και στο Mυστικό Δείπνο, είχ’ ακολουθήσει και την εκφορά του, κλαίγοντας μαζί με τη Θλιμμένη Mητέρα, που κι αυτή ακολουθούσε ζωγραφιστή σε μια μεγάλη εικόνα σαν αληθινή: ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου τέκνον … Γι’ αυτό το Xριστός Aνέστη μου έκαμε ύστερα τόση χαρά, τόση αγαλλίαση· γι’ αυτό μου φάνηκε σα μιαν υπέρτατη ικανοποίηση, σα μια νίκη, σαν ένας θρίαμβος. Eκείνος που φόρεσε για εμπαιγμό ψεύτικη πορφύρα. Eκείνος που ποτίσθηκε χολή και ξύδι, και μαστιγώθηκε, και καρφώθηκε σε ξύλο, και πέθανε μαρτυρικά, σαν άνθρωπος, έβγαινε ζωντανός από τον τάφο κι ανέβαινε στον ουρανό σα Θεός!
          Έτσι έπρεπε να είναι. Για να μου δώσει τόση χαρά η Aνάσταση, έπρεπε να προηγηθεί το Πάθος· για να μου κάμει τόση εντύπωση το Πάσχα, έπρεπε να γνωρίσω τη Mεγάλη Eβδομάδα. Mαθαίνοντας όσα έμαθα εκείνο το χρόνο, μάθαινα τη ζωή, που ώς τότε ήμουν πολύ μικρός για να την ξέρω, αφού οι γονείς που με φρόντιζαν και μ’ οδηγούσαν, δεν με πήγαιναν παρά στις χαρούμενες κυριακάτικες λειτουργίες και με προφύλαγαν απ’ τα λυπητερά, που δεν ήταν ακόμα για μένα. Έτσι και στη ζωή: Tη χαρά, την αληθινή χαρά, την κατακτούμε ύστερ’ από αγώνα και αγωνία, ύστερ’ από κόπο και λύπη. Πριν από κάθε μας Πάσχα, πρέπει να περάσουμε μια Mεγάλη Eβδομάδα.
          Ω, αυτό το ξέρετε και σεις απο τώρα. Mήπως την εβδομάδα των διαγωνισμών του σχολείου, που προηγείται από τη νίκη και τη χαρά του άριστα, δεν την ονομάζετε… Mεγάλη Eβδομάδα; Γελάτε, ε;… Kαι του χρόνου!

Σας ασπάζομαι
ΦAIΔΩN

(από το βιβλίο: Aνθολόγιο για τα παιδιά του Δημοτικού, μέρος τρίτο, Oργανισμός Eκδόσεως Διδακτικών Bιβλίων, 1975)

O ΠΕΙΣΜΑΤΑΡΗΣ ΓΑΪΑΡΟΣ!


Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2012

Ο βασιλιάς με τα γαϊδουρινά αυτιά




 



Μια φορά  κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς που ήταν πολύ λυπημένος
γιατί δεν είχε  παιδιά.   Σαν απελπίστηκε, πήγε σ΄ ένα μακρινό δάσος για
ν΄ ανταμώσει τρεις  νεράιδες,  που έμεναν εκεί  και να τους πει  τον πόνο του.
      Οι νεράιδες τον  λυπήθηκαν και  του  ΄ταξαν  πως  σ΄ένα χρόνο  και μια
μέρα, θα  είχε  τον  διάδοχο.  Και  σ΄ένα  χρόνο  και  μια  μέρα,  ούτε  πάνω  ούτε  κάτω,  η βασίλισσα γέννησε  παιδί.
      Την  άλλη  νύχτα  απ΄ την  γέννησή  του,  οι τρεις  νεράιδες  φάνηκαν
μπροστά  στην  κούνια  του,  για  να  του  κάνουν  τα  πεσκέσια  τους.
      Η  πρώτη  νεράιδα  είπε:
           - Θα ΄σαι  το  πιο  όμορφο  βασιλόπουλο  του κόσμου.
      Η  δεύτερη είπε:
           - Θα ΄σαι  τίμιος  και  σοφός.
      Η  τρίτη  νεράιδα, σαν  άκουσε να του τάζουν τόσα όμορφα χαρίσματα,
      συλλογίστηκε λίγο  και  είπε:
           - Μα  θα  ΄χεις  και  γαϊδουρινά  αυτιά,  για  να  μην  γίνεις  ποτέ
             περήφανος.
      Οι  τρεις  νεράιδες έκαναν  τα πεσκέσια τους  και  χάθηκαν.  Κι ό,τι
του ΄ταξαν  έγινε  στην  ακρίβεια.  Το βασιλόπουλο  μεγάλωνε  σα  δέντρο
κι  ομόρφαινε  και γινόταν  τίμιο  και  μυαλωμένο,  αλλά  τον   ίδιο  καιρό
μεγάλωναν  και  τ΄αυτιά  του.
      Ο  βασιλιάς  και  η βασίλισσα  είχαν  φρίξει.  Ποιός  είχε  ακούσει  ποτέ
για βασιλόπουλο  με γαϊδουρινά  αυτιά;  Πώς  μπορούσε  να  περιμένει
σεβασμό  και  αγάπη  από τους  υπηκόους  του,  αν το  έπαιρναν χαμπάρι;
Κι  έτσι  έκρυβαν  τ΄ αυτιά  του  βασιλόπουλου,  που  φορούσε  πάντα  ένα
ειδικό  κασκέτο.
      Κατάφεραν  λοιπόν,  να  κρατήσουν  το μυστικό  για  το  φοβερό 
ελάττωμα  του  βασιλόπουλου  και  κανένας  ποτέ  δεν  έμαθε  τίποτα.
Όλοι  πίστευαν  πως  ήταν  το  πιο  όμορφο  και  πιο  μυαλωμένο  βασιλόπουλο
του  κόσμου  και  περίμεναν  πώς  και  πώς,  πότε  να  ΄ρθει  η μέρα  για  να
γίνει  βασιλιάς.
      Το  καλό  βασιλόπουλο  μεγάλωνε  κι  έγινε  ένα  ψηλό  και  όμορφο
παλικάρι.  Όσο  ήταν  μικρός,  είχε  τα  μαλλιά  του  μακριά  σαν  κορίτσι,
μα  τώρα  δεν ήταν  πια  δυνατό  και  ήθελε  μπαρμπέρη.  Σαν  ο βασιλιάς το
πήρε  είδηση,  στεναχωρήθηκε  πολύ  κι  έμεινε  ξάγρυπνος  ολόκληρη  νύχτα
και  συλλογιόταν  πως  να βρει  μπαρμπέρη  για  το  βασιλόπουλο,  δίχως  να
φανερωθεί  το  μυστικό,  που  του΄φερνε  ντροπή.

      Κι  επιτέλους,  του ΄ρθε  μια  ιδέα.  Φώναξε  τον  αρχηγό  του  συναφιού
των  μπαρμπέρηδων, τον  κάλεσε  μονάχο  στο  τραπέζι  του  και του  είπε  με
βαριά  φωνή:

      - Μαστρο - μπαρπέρη, σε  περιμένει  μια  μεγάλη  τιμή.
        Αποφάσισα  να σε  κάνω  μπαρμπέρη  του  παλατιού, για το 
        βασιλόπουλο.  Η δουλειά  σου  θα  ΄ναι  να  ξυρίζεις  το  βασιλόπουλο
        κάθε  μέρα  και να του  κόβεις  τα  μαλλιά, μια φορά  τη βδομάδα.
        Δεν  είναι  δύσκολη  δουλειά  κι  αν  φερθείς  φρόνημα  θα σε κάνω
        πλούσιο.  Μα, αν πεις  και  μια  κουβέντα  γι΄ αυτό  που  θα  δεις  στη
        δουλειά  σου,  είσαι  άνθρωπος  πεθαμένος.

      Ο  καλός  μας  μπαρμπέρης  δεν ήξερε  αν  ήταν  ξύπνιος  ή  έβλεπε  όνειρο
και  υποσχέθηκε  πως  θα ΄κλεινε  το στόμα του  σαν  τάφος.  Την  ίδια  κιόλας
μέρα, τον  έκαναν  επίσημα  μπαρμπέρη  του  βασιλόπουλου.  Έμενε  στο 
παλάτι, έτρωγε  απ΄ την  κουζίνα,  έπαιρνε  μέρος  στα  συμβούλια,  είχε  ό,τι
μπορούσε  να  πεθυμήσει  και  ήταν  πιο  χαρούμενος  και  ευτυχισμένος  από
πολλούς  άλλους.


      Μα  η χαρά  του  δεν  κράτησε  πολύ.  Δεν  είχε  περάσει  μήνας  κι ο
μπαρμπέρης  του  βασιλόπουλου  άρχισε  να  γίνεται  κίτρινος,  ν΄αδυνατίζει
και  να  λειώνει  σαν  να ΄ταν  άρρωστος.  Μα  δεν  ήταν  άρρωστος.
Τον  βάραινε  πολύ  το  μυστικό  με  τ΄ αυτιά  του  βασιλόπουλου,  που  δεν
μπορούσε  να  το  πει  σε  κανέναν  στον  κόσμο.

      Ο  κακότυχος  μπαρμπέρης,  πήγαινε  από  το  κακό  στο  χειρότερο.  Μια
μέρα,  που  με το ζόρι  μπόρεσε  να  κρατήσει  το  ψαλίδι  και  το  ξυράφι  στο
χέρι  απ΄την  ανημποριά του,  πήγε  στο  δάσος  να  ζητήσει  ορμήνια  από έναν
ερημίτη.

      Ο  ερημίτης  τον  άκουσε  και του  είπε:

      - Αν  είναι  τούτο  το μυστικό  που  σε  βασανίζει,  βρες  μια  ερημιά,
        σκάψε  μια τρύπα  στο  χώμα  και  πες  στην  τρύπα  το  μυστικό  σου.
        Θα  θάψεις  εκεί  το  βάσανό  σου  και η  γη  δεν  θα  σε  προδώσει.

      Ο  καλός  μπαρμπέρης  ευχαρίστησε  το  γέρο  και στη  στιγμή  έκανε  ό,τι
τον  είχε  ορμηνέψει.  Η  ορμήνια  του  ερημίτη  ήταν  πολύ  καλή:  σαν  ο
μπαρμπέρης  είπε  το  φοβερό  του  μυστικό  στην  τρύπα  που  ΄σκαψε  σε
μακρινό  τόπο,  ένοιωσε  στη  στιγμή  καλύτερα.  Γέμισε  πάλι  καλά - καλά
την  τρύπα  με  χώμα  και  γύρισε  σπίτι  του  τραγουδώντας.


      Σε  λίγο  καιρό,  φύτρωσαν  όμορφα  καλάμια  στον  τόπο  όπου  ο
μπαρμπέρης  είχε  σκάψει  την  τρύπα  για  να  ξεφορτωθεί  το  μυστικό  του.
Μια  μέρα,  μερικοί  τσοπάνοι  πέρασαν  από ΄κει  με τα πρόβατά  τους κι
έκοψαν  κάνα - δυο  καλάμια  για να κάνουν  σουραύλια.

      Μα  αλίμονο,  τιι  έγινε  τότε;  Αν  άρχισαν  να  παίζουν  τα  σουραύλια,
μια  παράξενη  φωνή  βγήκε  απ΄ τα  καλάμια:

             Το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά,
             το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά.

      Η  ιστορία  με  τα  μαγικά  σουραύλια  και το παράξενο  τραγούδι  τους,
σκόρπισε  σ΄όλη  τη  χώρα  σαν  αστραπή.   Δεν  χρειάστηκε  πολύ  για  να
φτάσει  και  στο  παλάτι  και  στ΄αυτιά  του  βασιλιά.


      Σαν  ο  βασιλιάς  άκουσε  το  φοβερό  μαντάτο,  φώναξε  τους  τσοπάνους
και τους  πρόσταξε  να  παίξουν.  Μα,  οι  φουκαράδες,  όσο  κι  αν  πάρχιζαν,
απ΄τα σουραύλια  τους  δεν  έβγαινε  παρά  τούτο  το  παράξενο  τραγούδι:

             Το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά,
             το  βασιλόπουλό  μας  έχει  γαϊδουρινά  αυτιά.

       Ο βασιλιάς  δοκίμασε  να  παίξει  κι ο ίδιος  ένα  σουραύλι, μα  τίποτα δεν
άλλαξε.  Ο βασιλιάς  ήταν  πολύ  θυμωμένος.  Ποιός  άλλος  μπορούσε  να τον
έχει  προδώσει,  εκτός  απ΄τον  μπαρμπέρη  του  παλατιού;  Είπε  να τον
φέρουν  μπροστά  του  και  χωρίς  κουβέντα,  πρόσταξε  να του  πάρουν  το
κεφάλι.

       Τότε όμως, σηκώθηκε το  βασιλόπουλο, έβγαλε  το  κασκέτο  του  μπροστά
σε  όλους  και  είπε:

       - Όχι, βασιλιά  μου  και  πατέρα μου,  δεν  πρέπει  να  καταδικάσεις
          τον  μπαρμπέρη  μόνο  και  μόνο  επειδή  είπε  την  αλήθεια.
          Άσε  να  δει  όλος  ο  κόσμος  ό,τι  κρύβαμε  τόσον  καιρό.  Αν το
          θελήσει  ο  Θεός,  θα  γίνω  καλός  βασιλιάς  είτε  έχω  είτε  δεν  έχω
          αυτιά  γαϊδάρου. 

       Έτσι  γλίτωσε  ο μπαρμπέρης  χάρη  στο  βασιλόπουλο.  Μα  μπορείτε  να
φανταστείτε  τη  χαρά  όλων,  και  πιο  πολύ  του  βασιλιά  και της βασίλισσας,
όταν  ξαφνικά  είδαν  πως  το  βασιλόπουλο  δεν  είχε  πια  εκείνα  τα σταχτιά,
γαϊδουρινά  αυτιά !!!   Τι  είχε  γίνει; 


        Η  τρίτη  νεράιδα,  σαν  ένιωσε  πως  η  καρδιά  του  βασιλόπουλου  δεν
είχε  περηφάνια,  έλυσε  τα  μάγια.


        Μπορείτε  λοιπόν  να  καταλάβετε,  πως  όλοι  ήταν  ευχαριστημένοι  με
τούτο  το  χαρούμενο  τέλος.  Ο  λαός  ήταν  ευχαριστημένος,  το  παλάτι ήταν
ευχαριστημένο,  ο  βασιλιάς  ήταν  ευχαριστημένος,  το  βασιλόπουλο  ήταν
ευχαριστημένο  και  βέβαια  ήταν  ευχαριστημένος  και  ο  μπαρμπέρης.
Στο  κάτω - κάτω,  κόντεψε  να  χάσει  τη  ζωή  του  γι΄αυτή  την  ιστορία.

        Από  τότε,  τα  σουραύλια  που  τον  είχαν  προδώσει,  δεν  είπαν  πια
το  τραγούδι  για  τ΄αυτιά  του  βασιλόπουλου,  μ΄ όλο  που  τα  πιτσιρίκια,
κάθε  τόσο  και  πολύ  μυστικά,  πασχίζουν  να τα  κάνουν  να το  ξαναπούν.