Πέμπτη, 21 Δεκεμβρίου 2017

ΑΚΟΥΣΕ ΚΑΙ ΞΕΦΥΛΛΙΣΕ ΠΟΛΛΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ (ΔΩΡΕΑΝ)

Οι όμορφες ιστορίες γίνονται ακαταμάχητες όταν ζωντανεύουν στα χείλη χαρισματικών αναγνωστών. Σε αυτή την ενότητα, μπορείς να ακούσεις αποσπάσματα ή ολόκληρες ιστορίες αγαπημένων συγγραφέων διαβασμένες από γνωστούς ταλαντούχους ηθοποιούς, ενώ εσύ τις διαβάζεις παράλληλα γυρνώντας τις σελίδες του ψηφιακού βιβλίου!
Τα παραμύθια προέρχονται από τη σελίδα "ΜΙΚΡΟΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΗΣ". ΠΑΤΗΣΤΕ ΠΑΝΩ ΣΤΟΝ ΣΥΝΔΕΣΜΟ ΜΕ ΤΟΝ ΤΙΤΛΟ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ ΚΑΙ ΟΔΗΓΗΘΕΙΤΕ ΣΤΗ ΣΕΛΙΔΑ ΤΟΥ ΠΑΡΑΜΥΘΙΟΥ (Αν χρειστεί ενεργοποιείστε τη λειτουργία flash πατώντας Activate Adobe Flash Player)

1. O ηθοποιός Σταύρος Κώττας μας διαβάζει απόσπασμα από το βιβλίο «T…όπως Αποστόλης» της Μελίνας Καρακώστα.
 Μελίνα Καρακώστα: 
«Τ…όπως Αποστόλης»
Εκδόσεις: Πατάκη
Εικονογράφηση: Γιώργος Σγουρός



ΑΚΟΥΣΕ ΑΚΟΜΗ:

2. "Η μηχανή στο υπόγειο"

Της Κίρας Σίνου
Εκδόσεις: Κέδρος
Διαβάζει o ηθοποιός Σταύρος Κώττας


3. "Ο αθάνατος γαϊδαράκος"

Της Μάρως Λοΐζου
Εικονογράφηση: Κατερίνα Βερούτσου
Εκδόσεις: Πατάκη
Διαβάζει η ηθοποιός Γεωργία Τσαγκαράκη


4. "Η μεγάλη βόλτα του κυρίου Πετράν"

Της Γιούλας Μιχαήλ
Εικονογράφηση: Βάσω Γιαρένη
Εκδόσεις: Διάπλαση
Διαβάζει ο ηθοποιός Γεράσιμος Γεννατάς


5. "Ο μικρός ζωγράφος των βράχων"

Της Μαρίας Πετκανοπούλου
Εικονογράφηση: Άννα Καρνή
Εκδόσεις: Καλειδοσκόπιο
Διαβάζει η ηθοποιός Γεωργία Τσαγκαράκη


6. "Ο φεγγαροσκεπαστής"

Του Eric Puybaret
Εικονογράφηση: Eric Puybaret
Εκδόσεις: Αίσωπος
Διαβάζει η ηθοποιός Μαρία Καλλιμάνη


7. "Ο Φίλιππος και τα μαγικά κρόταλα"

Της Μάνιας Δούκα
Εικονογράφηση: Μάρια Μπαχά
Εκδόσεις: Μπίρη
Διαβάζει η ηθοποιός Μαρία Καλλιμάνη


8."Ο δάσκαλος με το βιολί και το αστέρι"

Της Θέτης Χορτιάτη
Εικονογράφηση: Τζώρτζης Παρμενίδης
Εκδόσεις: ‘Αγκυρα
Διαβάζει ο ηθοποιός Ξανθή Γεωργίου


9. "Τα δέντρα που τρέχουν"

Της Μαρία Πυλιώτου
Εικονογράφηση: Βαγγέλης και Λυδία Ελευθερίου
Εκδόσεις: Βιβλιόφωνο
Διαβάζει ο ηθοποιός Ξανθή Γεωργίου


10."Τέοντορ ο ινδοκαρυδούλης"

Της Ασπασίας Μαυρομάτη
Εικονογράφηση: Κατερίνα Ράπτη
Εκδόσεις: Κέδρος
Διαβάζει ο ηθοποιός Νίκος Ορφανός


11. "Ο μαύρος Κότσυφας και ο άσπρος Γλάρος"

Της Κίτυ Κρόουθερ
Εικονογράφηση: Κίτυ Κρόουθερ
Εκδόσεις: Σύγχρονοι Ορίζοντες
Διαβάζει ο ηθοποιός Νίκος Ορφανός
 ΚΑΙ ΠΟΛΛΑ ΑΚΟΜΗ

Δευτέρα, 11 Δεκεμβρίου 2017

"Ο άρκοντας και το ψέμαν" Κυπριακό παραμύθι


Picture

  Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας άνθρωπος πολύ πλούσιος. Είχε κι ένα γιο αχαΐρευτο. Ούτε από συμβουλές έπαιρνε ούτε από τίποτα. Ο πατέρας του απελπίστηκε. Κατάλαβε πως ο γιός του, τέτοια στράτα που πήρε, ούτε λεφτά θ’ αφήσει ούτε κτήματα. Άμα εκείνος πεθάνει και ο γιος του κληρονομήσει, θα τα κάμει άνεμο και καπνό και θα πεινάσει. Σκεφτόταν λοιπόν μέρα νύχτα τι να κάνει.

Σαν γέρασε πια, τον φώναξε μια μέρα και τον πήγε στο χειρότερο από τα σπίτια του. Του λέει:

-  Εγώ παιδί μου γέρασα. Σε λίγο πεθαίνω. Από το θάνατό μου κι ύστερα, εσύ θα πεινάσει με το νου που έχεις. Αν βρεθείς σε  δύσκολη θέση, να ‘ρθεις σ’ αυτό το σπίτι, να περάσεις ένα σχοινί από το κρικέλι της καμάρας και να κρεμαστείς, να γλιτώσεις από τα βάσανα.

Ο γέρος σε λίγο καιρό πέθανε. Ο γιος τα πήρε όλα δικά του, και χρήματα και κτήματα κι άρχισε να τα ροκανίζει. Έκανε καμπόσουν φίλους, μη ρωτάς πόσους, και κάθε νύχτα κουβαλιόνταν σπίτι του και τρώγανε και πίνανε. Τον καλόπιαναν με τις ψευτιές και τις κολακείες και τους έδινε ακόμα και μετρητά. Άμα έλειψαν τα μετρητά, άρχισε το ξεπούλημα των χωραφιών, των περιβολιών, των σπιτιών. Πούλα και πούλα τα έφαγε όλα και του ‘μεινε μονάχα εκείνο το σπίτι που του παράγγειλε ο γέρος ο πατέρας του να κρεμαστεί. Κρατούσε στο πουγγί του όλο κι όλο τρία γρόσια. Οι φίλοι του τον εγκατέλειψαν κι ο καθένας τράβηξε το δρόμο του. ΄

Την πρώτη νύχτα που κουβαλήθηκε στο παλιόσπιτο, θυμήθηκε τα λόγια που του είπε ο πατέρας του, να κρεμαστεί να μην τυρρανιέται. Αποφάσισε να το κάμει. Με τα τρία γρόσια που κρατούσε πήγε κι αγόρασε μισή οκά ψωμί και μισό τυρί χαλούμι να φάει την άλλη μέρα. Όταν πια δεν είχε δεκάρα, να κρεμαστεί να τελειώνει.

Τη νύχτα που κοιμόταν, του έφαγαν το ψωμί και το χαλούμι τα ποντίκια. δεν του άφησαν μπουκιά. Τι να κάνει; Σκέφτηκε αντί να κρεμαστεί, να πάει να βρει τους φίλους του να του δώσουν ένα κομμάτι ψωμί, αυτοί που τόσο καιρό τρώγανε από το σπίτι του. Πήγε λοιπόν και τους βρήκε στο καφενείο. Τους λέει:

-Βρε παιδιά, θα λιποθυμήσω από την πείνα. Είχα όλα κι όλα τρία γρόσια και τ’ αγόρασα ψωμί και χαλούμι και μου τα φάγανε και κείνα ψες οι ποντικοί.

Μόλις τ’ ακούσανε αυτό οι φίλοι του, σκάσανε στα γέλια. Του είπαν πως λέει ψέματα και πως οι ποντικοί δεν τρώνε ψωμί και χαλούμι. Δεν τον κέρασαν ούτε ένα καφέ.

Απελπίστηκε πια και πήγε σ’ εκείνο το παλιόσπιτο να κρεμαστεί.

Πέρασε το σχοινί από το κρικέλι. Το τράβηξε λίγο να δει αν τον σηκώνει. Μόλις έδωσε λίγο βάρος στο σχοινί, έπεσε από την καμάρα μια στάμνα γεμάτη χρυσάφι. Η στάμνα έσπασε και το σπίτι κοκκίνισε από τις λίρες. Όρμησε μάνι μάνι, τις μάζεψε και τις έκρυψε. Κάθισε στην καρέκλα και συλλογιζόταν: «Είναι δουλειά του πατέρα μου τούτη. Ο Θεός μακαρίσει τον και να μοσχομυρίσει ο τάφος του. Ήξερε τι θα πάθω και μου το έκανε αυτό μήπως και βάλω νου και καταλάβω το λάθος μου»

Από κείνη την ώρα μάζεψε το νου του απ’ όπου τον είχε. Σε λίγο καιρό, αγόρασε πιο πολλά κτήματα από κείνα που είχε. Έκτισε και καινούρια σπίτια. Οι φίλοι του θαύμαζαν από πού τα βρήκε. Τον πλησιάσανε. Ήταν μαθημένοι στο φαΐ και άρχισαν πάλι τις κολακίες και τα καλοπιάσματα. Αυτός έκανε πως δεν καταλάβαινε. Μια μέρα που πήγαν να τον χαιρετίσουν, έκανε το μαραζωμένο. Οι φίλοι του τον ρώτησαν τι έχει. Τους λέει:

-Τι να σας πω! Αγόρασα κλειδαριές, κρικέλια, καρφιά για τις πόρτες του σπιτιού μου και τη νύχτα μου τα φάγανε όλα οι ποντικοί!

Οι φίλοι του παραξενεύτηκαν. Γρήγορα όμως έκαναν πως συμφωνούν. Τον βεβαίωναν πως πράγματι οι ποντικοί τρώνε τα σιδερικά...

Τον έπνιξε το δίκιο τον πλούσιο:

-Τις προάλλες, σας είπα πως οι ποντικοί μου φάγανε το ψωμί και το χαλούμι και με κοροϊδεύατε: ήμουν φτωχός κι απένταρος. Τώρα σας λέω πως μου έφαγαν τις κλειδαριές, τα κρικέλια και τα καρφιά και για να με κολακέψετε γιατί πλούτισα πάλι, μου λέτε πως τρώνε οι πονιτκοί σίδερα! Να τσακιστείτε από δω! Τέτοιους φίλους δεν τους θέλω που:

«Τον άρκονταν πιστεύκουν τον

Και ψέματ’ αν λαλεί.

Τζαι περιπαίζουν τον φτωχόν

αλήθκειαν άμα πει».




Κωστής Κυριακίδης, Παραμύθια της Κύπρου, Νέοι Ακρίτες,
Το διαβάσαμε εδώ: Κυπριακά παραμύθκια

Τετάρτη, 6 Δεκεμβρίου 2017

"Η αράχνη και η σοφία του κόσμου" Αφρικάνικο παραμύθι

Αποτέλεσμα εικόνας για ο μαγος της αφρικής και η στάμνα

Εδώ και αρκετά χρόνια ο Κβάκου Ανάνσε, ο μάγος μιας αφρικάνικης φυλής,
πήρε την απόφαση να μαζέψει εκείνος όλη τη σοφία
του κόσμου και να την κρατήσει μόνο για τον ίδιο και τους απογόνους του. 
Φεύγοντας από το σπίτι του πήρε μαζί μια
πήλινη στάμνα που 'χε σκοπό να τη γεμίσει με σοφία.
Για χρόνια γύριζε τη χώρα ολόκληρη κι έθετε σε ζώα και σε
ανθρώπους τα δυσκολότερα ερωτήματα. Μόλις άκουγε μια έξυπνη
απάντηση, σήκωνε γρήγορα το καπάκι της πήλινης στάμνας και την
ψιθύριζε μέσα, μπροστά στους κατάπληκτους συνομιλητές του.
Έφτασε κάποτε η μέρα που ο Κβάκου Ανένσε πίστεψε ότι είχε μαζέψει
όλη τη σοφία του κόσμου στη στάμνα του και γι' αυτό πήρε το δρόμο
της επιστροφής.
«Ο Κβάκου Ανάνσε είναι τώρα σοφότερος κι από τους θεούς»,
τραγούδαγε στο μακρύ ταξίδι της επιστροφής, ώσπου κάποια μέρα
αντίκρισε μακριά τις στρογγυλές καλύβες του χωριού του. Τον
σταμάτησε η σκέψη ότι στο χωριό θα μπορούσανε να του κλέψουνε το
πολύτιμο φορτίο του και γι’ αυτό αποφάσισε να κρύψει τη στάμνα
κάπου στο Δάσος. Και μετά τις πρώτες χαρές του ξαναανταμώματος
στο χωριό, θα οδηγούσε την οικογένειά του εδώ για να τους μυήσει στη
σοφία του κόσμου.
«Πού να κρύψω τη στάμνα», μονολόγησε ενώ έψαχνε γύρω να βρει το
ιδανικό μέρος για κρυψώνα. Το σκέφτηκε από δω, το σκέφτηκε από κει
και τελικά αποφάσισε ν' ανέβει στην κορυφή του δέντρου Καζαούρα
και να κρεμάσει από το τελευταίο κλαδί όλη τη σοφία του κόσμου.
Με χορτάρια έφτιαξε σχοινιά, έδεσε τη στάμνα και την κρέμασε
μπροστά στην κοιλιά του και μετά προσπάθησε ν' αναρριχηθεί στο χοντρό
 κορμό του δέντρου. Όμως η στάμνα που κρεμόταν στην κοιλιά του τον
εμπόδιζε ν' αγκαλιάσει το δέντρο.
Έτσι λοιπόν ο Κβάκου Ανάνσε πάλευε τρεις ολόκληρες μέρες εκεί
πέρα προσπαθώντας ν’ αναρριχηθεί στην πανύψηλη κορυφή του
γέρικου δέντρου Καζαούρα για να κρεμάσει απ' το τελευταίο κλαρί
όλη τη σοφία του κόσμου. Κάθε φορά όμως γλίστραγε κι έσκαγε κάτω
και η πλάτη του είχε γεμίσει γδαρσίματα και πληγές.
Παρόλους όμως τους πόνους και την πείνα του, γιατί είχε μέρες να
βάλει κάτι στο στόμα του, συνέχιζε με μανία τις προσπάθειές του
ξεχνώντας τελείως ότι γύρω στο Δάσος υπήρχαν άπειρες κρυψώνες
για να παραχώσει την πήλινη στάμνα του.
Κι ενώ για χιλιοστή φορά έσκαγε κάτω με τον πισινό και αβοήθητος
κούναγε τα ποδάρια του στον αέρα, πέρασε από κει ο Λαγός και
στάθηκε κι έκανε χάζι τις απελπισμένες προσπάθειες του Κβάκου
Ανάνσε. Κάποια στιγμή κατάφερε να σταθεί πάλι στα πόδια του και
προσπάθησε για μια ακόμη φορά να πετύχει το στόχο του.
Ο Λαγός ήταν καλόκαρδος και αποφάσισε να βοηθήσει τον ταλαίπωρο
φίλο του.
«Kαλή σου εσπέρα Κβάκου Ανάνσε», τον χαιρέτησε. Μόλις ο Κβάκου
άκουσε απρόσμενα τη φωνή του Λαγού, ταράχτηκε τόσο που έπεσε γι'
άλλη μια φορά με τον πισινό στο χώμα και σφίγγοντας πάνω του την
πήλινη στάμνα απόμεινε να κοιτάζει τον νυχτωμένο ουρανό. Ο Λαγός
πήδησε σβέλτα κοντά του και βoήθησε το φουκαρά Κβάκου να βγει
απ' την άσκημη θέση του.
«Μα τι έχεις μέσα στη στάμνα;» τον ρώτησε.
«Δεν μπορώ να σου πω», αποκρίθηκε ο Κβάκου Ανάνσε.
«Γιατί, αν σου πω, θα πεθάνουμε κι oι δυο μας επιτόπου».
«Να μου λείπει, δεν θέλω να το μάθω τέτοιο μυστικό. Σε
παρακολουθώ εδώ και ώρα τώρα πώς ταλαιπωρείσαι χωρίς λόγο,
θέλεις ν' ανεβάσεις στο δέντρο τη στάμνα ενώ την έχεις δεμένη στην
κοιλιά σου. Δεν θα ήταν πιο απλό να τη δέσεις στην πλάτη σου;»
«Τι είπες;», ξεφώνισε ό Κβάκου Ανένσε. «Κι εγώ πίστευα ότι είχα
μαζέψει όλη τη σοφία του κόσμου στην πήλινη στάμνα μου και τώρα
μόλις διαπιστώνω ότι υπάρχουνε εξυπνότεροι από μένα».
Και με τα λόγια αυτά έλυσε το βαρύ φορτίο από την κοιλιά του και το
πέταξε με τέτοια δύναμη πάνω στο γέρικο κορμό Καζαούρα που η
πήλινη στάμνα διαλύθηκε σε χίλια κομμάτια.
«Ας μου λείπει η σοφία του κόσμου και το καλό της»,
είπε αγανακτησμένος ο Κβάκου Ανάνσε και πήρε το δρόμο για το σπίτι του
ποδοπατώντας άγαρμπα το ψηλό χορτάρι.
Από τότε η σοφία ξανασκορπίστηκε στη γη και τυχερός όποιος τη βρίσκει και την έχει.

Γκάνα, Ακάν


Από το βιβλίο: ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΗΣ ΑΦΡΙΚΗΣ
ΕΠΙΛΟΓΗ – ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ 
Τέος Ρόμβος. Το παραμύθι αυτό το βρήκαμε εδώ:

Το "λουλούδι" της ειλικρίνειας. Κινέζικο παραμύθι

Σχετική εικόνα

Γύρω στο έτος 250 π.Χ., ένας πρίγκιπας από τις βόρειες περιοχές της Κίνας, επρόκειτο να στεφθεί αυτοκράτορας της χώρας. Όμως για να γίνει η στέψη έπρεπε, σύμφωνα με το νόμο, να είναι παντρεμένος.

Έτσι, αποφάσισε να διοργανώσει ένα διαγωνισμό ανάμεσα στις δεσποινίδες της αυλής, για να επιλέξει εκείνη που ήταν άξια να γίνει σύζυγός του. Την επόμενη μέρα, ο πρίγκιπας ανακοίνωσε ότι θα δεχόταν όλες τις υποψήφιες, σε ειδική τελετή, να τις ενημερώσει σχετικά με το διαγωνισμό.

Μια ηλικιωμένη γυναίκα, εργαζόμενη στο παλάτι σαν καμαριέρα για πολλά χρόνια, τα άκουσε όλα αυτά και αισθάνθηκε μια μικρή θλίψη, γιατί ήξερε πως η νεαρή κόρη της έτρεφε ένα αίσθημα βαθιάς αγάπης για τον πρίγκιπα.


 Όταν έφτασε στο σπίτι της, είπε τα νέα στην κόρη της και ξαφνίαστηκε όταν την άκουσε να λέει πως σκόπευε να παρευρεθεί στην τελετή. Τότε της είπε:
- "Κόρη μου, τι πας να κάνεις εκεί; Υπάρχουν άλλες με πλούτη και ομορφιά στην αυλή. Βγάλε από το μυαλό σου αυτή τη σκέψη, είναι καθαρή τρέλα.Δεν κατάφερε όμως να την  μεταπείσει. 

Το βράδυ της τελετής ήταν στο παλάτι τα πιο ωραία και πλούσια κορίτσια της αυλής, φορώντας τα μεταξωτά τους φορέματα και τα πιο ακριβά τους κοσμήματα. 

Κάποια στιγμή εμφανίστηκε ο πρίγκιπας και ανακοίνωσε: 
- "Θα δώσω, σε κάθε μια από σάς, ένα σπόρο. Όποια από σάς, μέσα σε έξι μήνες, μου φέρει το πιο όμορφο λουλούδι, θα επιλεγεί για σύζυγός μου και μελλοντική αυτοκράτειρα της Κίνας". 

Η πρόταση του πρίγκιπα ήταν σε απόλυτη συμφωνία με τις βαθιές παραδόσεις του λαού του, που έδινε μεγάλη αξία στη γνώση της καλλιέργειας της γής. 

Ο καιρός περνούσε. Η φτωχή νέα ήξερε από καλλιέργεια και κηπουρική και έβαζε όλη της την προσοχή, την υπομονή και την τρυφερότητα στο σπόρο της. Ήξερε, πως αν η ομορφιά του λουλουδιού της έφτανε στο ίδιο ύψος με την αγάπη της για τον πρίγκιπα, δεν θα χρειαζόταν να ανησυχεί για το αποτέλεσμα του διαγωνισμού. 

Όμως, πέρασαν τρεις μήνες και ο σπόρος δεν έχει ακόμη βλαστήσει, παρόλο που η κοπέλα προσπάθησε τα πάντα, χρησιμοποιώντας όλες τις μεθόδους που ήξερε. Μέρα με τη μέρα έβλεπε το όνειρό της να απομακρύνεται, αλλά ένοιωθε την αγάπη της πιο βαθιά. Οι μήνες όμως περνούσαν και τίποτα δεν φύτρωνε. 


Την καθορισμένη μέρα η φτωχή νέα πήγε στο παλάτι με τη γλάστρα της άδεια. Όλες οι κοπέλες ήταν εκεί με γλάστρες, που είχαν υπέροχα λουλούδια σε διάφορα χρώματα και σχήματα, το ένα πιο όμορφο από το άλλο. 


Η πολυαναμενόμενη στιγμή φτάνει. Ο πρίγκιπας παρατηρεί με πολύ προσοχή κάθε ένα από τα κορίτσια, που κρατούσαν περήφανες η κάθε μια τη γλάστρα της με το όμορφο λουλούδι της.
Αφού πέρασε μπροστά από κάθε κοπέλα, ο πρίγκιπας ανακοινώνει το αποτέλεσμα:

Νικήτρια του διαγωνισμού ήταν η κόρη της φτωχής, με την άδεια γλάστρα. Αυτή θα γινόταν σύζυγός του.

Όλοι οι παρόντες ήταν όχι μόνον έκπληκτοι, αλλά ένοιωθαν και προσβεβλημένοι με την επίλογή του πρίγκιπα. Κανείς δεν είχε καταλάβει γιατί αυτή η κοπέλα που δεν κατάφερε να καλλιεργήσει το σπόρο της ήταν η νικήτρια.

Τότε, ο πρίγκιπας ήρεμα τους εξηγεί:
- "Η νέα αυτή είναι η μόνη άξια να γίνει σύζυγός μου και αυτοκράτειρα, γιατί ήταν η μόνη που καλλιέργησε και έφερε εδώ το λουλούδι της ειλικρίνειας. 
Οι σπόροι που σας μοίρασα ήταν όλοι κούφιοι και δεν υπήρχε καμία περίπτωση να βγει λουλούδι από αυτούς".

πηγή: http://www.afirimeno.com 

Παρασκευή, 10 Φεβρουαρίου 2017

"Το γάντι" - ένα καταπληκτικό παραμύθι με κινούμενα σχέδια για τον χειμώνα (βίντεο)

Απόδοση του ουκρανικού παραδοσιακού παραμυθιού "το γάντι" με τη μουσική υπόκρουση και τον ήχο των ζώων. Ένα παραμύθι που προσφέρεται για διαθεματική προσέγγιση στο νηπιαγωγείο (μαθηματικά, μελέτη περιβάλλοντος, προσωπική και κοινωνική ανάπτυξη)

Το βρήκαμε στο ιστολόγιο: Έτσι απλά..δες το διαφορετικά!

Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2017

"Τα παιχνίδια του Φλεβάρη" ιστορία από τη Λότη Πέτροβιτς - Ανδρουτσοπούλου

Ο Κουτσοφλέβαρος στην παλιά Τριπολιτσά
Εικόνα: "Ο Φλεβάρης" Χαρακατικό του  Σ. Βασιλείου

 

Όταν γεννήθηκε ο Φλεβάρης, ο αδερφός του ο Γενάρης του έκανε δώρο ένα μπαλάκι από χιόνι.
-Τρώγε να μεγαλώσεις, για να μπορείς να παίξεις με τον αδερφό σου, του έλεγε κάθε τόσο η μαμά του. Μόλις μάθεις να τρέχεις, θα παίξετε χιονοπόλεμο, κυνηγητό και κρυφτό.
Ο Φλεβάρης, ωστόσο, αργούσε να μάθει να τρέχει.  Ούτε να περπατήσει καλά καλά δεν μπορούσε. Το γιατί δεν το είχε προσέξει κανείς στην αρχή. Έπειτα, πρώτος το παρατήρησε ο πατέρας του, ο Χειμώνας.
-Γυναίκα, είπε στην Παγωνιά. Το παιδί μας το δεύτερο θαρρώ πως γεννήθηκε λίγο κουτσό. Να δεις που δε θα μπορέσει να τρέξει ένας μήνας κανονικός…
-Να φωνάξουμε γρήγορα ένα γιατρό!, ανησύχησε η Παγωνιά. Να φέρουμε τον καλύτερο!
Έτσι, ο Χειμώνας φώναξε τον πατέρα του, γιατί όλος ο κόσμος ξέρει πως ο πιο καλός γιατρός είν΄ ο Χρόνος.
-Μην ανησυχείτε, είπε ο παππούς Χρόνος, σαν είδε του Φλεβάρη τα πόδια. Ο Φλεβάρης μπορεί να είναι λίγο κουτσός, αλλά δε θ΄  αργήσει να μάθει να περπατάει. Κι αν δεν μπορέσει να τρέξει όσο οι άλλοι, ε, δεν πειράζει… Έχει άλλα χαρίσματα.  Γεννήθηκε για να κάνει τον κόσμο να χαίρεται και να ναι κι ο ίδιος ευτυχισμένος!
-Κυνηγητό και κρυφτό θα μπορεί να παίξει;, ρώτησε ανήσυχος ο Γενάρης.
-Θα μπορεί!, βεβαίωσε ο Χρόνος. Μόνο που θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια.
Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει, έτρεχε όμως η σκέψη του. Κατάλαβε, λοιπόν, τι συλλογιζόταν ο αδερφός του και είπε:
-Θέλεις να παίξουμε χαρτοπόλεμο αντί χιονοπόλεμο;
-Δηλαδή;, δεν κατάλαβε ο Γενάρης.
-Θα δεις, έκανε κείνος όλο μυστήριο. Και φώναξε τον Άνεμο που περνούσε απέξω.
-Ε, φίλε, του είπε. Μπορείς να μας κάνεις μια χάρη;
-Ουουουου!, σφύριξε ο Άνεμος με χαρά.
-Μας χρειάζονται χρωματιστά χαρτιά, εξήγησε ο Φλεβάρης.
Σε λίγη ώρα το σπίτι του Χειμώνα και της Παγωνιάς είχε γεμίσει με λογής λογής πολύχρωμα χαρτιά.
Ο Φλεβάρης δεν μπορούσε, βέβαια, να παίξει όσα παιχνίδια χρειάζονταν τρέξιμο, μπορούσε όμως να σκαρώσει εύκολα παιχνίδια που χρειάζονται φαντασία. Πήρε, λοιπόν, ένα ψαλίδι με μύτες στρογγυλεμένες, για να μην τρυπηθεί, κι έκοψε από τα χαρτιά ένα σωρό χάρτινες κορδέλες. Ύστερα, βάλθηκε να κόβει μια μια τις κορδέλες σε μικρά μικρά κομματάκια. Όταν γέμισε με τα χαρτάκια δυο μεγάλες σακούλες, άφησε στην άκρη όσες κορδέλες περίσσεψαν και είπε στον αδερφό του:
-Έτοιμοι για χαρτοπόλεμο!
Ο Γενάρης κατάλαβε στη στιγμή πως παίζεται αυτό το παιχνίδι.
Πήρε, λοιπόν, τη μια σακούλα, έδωσε στον αδερφό του την άλλη κι άρχισαν να ρίχνουν ο ένας στον άλλο χούφτες χούφτες χαρτάκια πολύχρωμα. Κι έγινε ένα παιχνίδι τόσο τρελό, με τόσα γέλια και τέτοιες φωνές, που ξεσηκώθηκε ο κόσμος στο πόδι.
-Τι φασαρία είν΄ αυτή;, παραξενεύτηκε ο Χειμώνας, που ήταν με την Παγωνιά στο εργαστήρι τους κι έφτιαχναν κρύσταλλα για την πλάση.
-Πάω στο σπίτι να δω τι τρέχει, σηκώθηκε η γυναίκα του ανήσυχη.
Όταν αντίκρισε το σπιτικό της η Παγωνιά, παραλίγο να λιποθυμήσει.
-Εγώ φταίω!, φώναξε ο Φλεβάρης. Δική μου ιδέα ήταν ο χαρτοπόλεμος!
-Όποιος και να το σκέφτηκε, απάντησε η Παγωνιά, εγώ ένα ξέρω: πως πρέπει να καθαρίσετε αμέσως το σπίτι, για να μη σας τις βρέξω. Όταν γυρίσω από τη δουλειά μου, θέλω να λάμπει ο τόπος.
Ο Φλεβάρης φώναξε πάλι τον Άνεμο, που περνούσε απ΄ έξω.
-Ε, φίλε! Μήπως μπορείς να ρθεις να μαζέψεις τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο που έχουμε σκορπίσει στο σπίτι;
-Ουουου!, έκανε ο Άνεμος πρόθυμα.
Τέντωσε, λοιπόν, ο Φλεβάρης την πόρτα και τα παράθυρα, για να μπει ο Άνεμος απ΄ όπου τον βόλευε περισσότερο. Έτσι, ο Άνεμος μπήκε από τα παράθυρα, στέγνωσε τις κορδέλες και το χαρτοπόλεμο, τα μάζεψε όλα καλά καλά και τα έβαλε στις μεγάλες του τσέπες. Ύστερα βγήκε από την πόρτα σφυρίζοντας ευχαριστημένος, που είχε βοηθήσει τους φίλους του. Μόνο που ξέχασε πως οι τσέπες του ήταν αέρινες. Έτσι,  μόλις βγήκε στο δρόμο, ξαμολήθηκαν οι κορδέλες και ξεχύθηκε ο χαρτοπόλεμος κάτω στη γη!...
-Πάει, τρελάθηκε ο κόσμος, γυναίκα!, είπε στην Παγωνιά ο Χειμώνας, που είδε από το εργαστήρι τους τι γινόταν. Οι άνθρωποι, κάτω στη γη, στολίζουν τους δρόμους και τις πλατείες τους με κορδέλες και γεμίζουν τον κόσμο με χαρτοπόλεμο!...
-Θα πεταχτώ ξανά μια στιγμή ως το σπίτι, μουρμούρισε εκείνη, σίγουρη πως οι γιοί της κάτι πάλι θα είχαν σκαρώσει.
Τα δυο αδέρφια, που χάζευαν από το μπαλκόνι του κρυστάλλινου σπιτιού τους τα κατορθώματα του Ανέμου, όταν είδαν την Παγωνιά να έρχεται αγριεμένη, κοκάλωσαν!
-Τώρα θα μας τις βρέξει, φοβήθηκε ο Γενάρης. Πρέπει να τρέξουμε να κρυφτούμε…
Ο Φλεβάρης, βέβαια, δε γινόταν να τρέξει για να κρυφτεί, ο νους του όμως έτρεχε διαρκώς στο παιχνίδι. Είπε λοιπόν:
-Εγώ λέω καλύτερα να παίξουμε ένα κρυφτό αλλιώτικο, που το σκέφτηκα τώρα δα.
-Τι σόι κρυφτό;, ρώτησε δύσπιστα ο Γενάρης.
-Έλα μαζί μου και μη ρωτάς, είπε ο Φλεβάρης όλο μυστήριο.
Βγήκαν λοιπόν, από την πίσω πόρτα και μια και δυό πήγαν στο σπίτι του παππού τους, του Χρόνου.
-Μπα! Καλώς τα εγγόνια μου, ξαφνιάστηκε ο Χρόνος. Πως από δω;
-Παππού, μας αφήνεις να μπούμε στην αποθήκη σου;, ρώτησε ο Φλεβάρης.
-Τι να κάνετε στην αποθήκη μου;, έσμιξε τα φρύδια ο παππούς.
-Θέλουμε να βρούμε παλιές φορεσιές, από εποχές περασμένες, να παίξουμε ένα κρυφτό διαφορετικό, του εξήγησε γελαστός ο Φλεβάρης.
«Καλά το έλεγα εγώ πως αυτό το παιδί θα παίζει αλλιώτικα όλα τα παιχνίδια και θα ναι πάντα χαρούμενο», συλλογίστηκε ο παππούς. Ξέσμιξε, λοιπόν, τα φρύδια και είπε:
-Σας αφήνω. Ορίστε και τα κλειδιά.
Σε λίγη ώρα ο Φλεβάρης βγήκε από την αποθήκη μασκαρεμένος με τα ρούχα του Καλοκαιριού. Κι ο Γενάρης με τα ρούχα του Φθινοπώρου!
-Τι σας έπιασε και μασκαρευτήκατε;, παραξενεύτηκε ο παππούς.
Όταν του είπαν τι έγινε με τα χαρτιά και πως γέμισε ο κόσμος κορδέλες και χαρτοπόλεμο, γέλασε ο Χρόνος και είπε:
-Έγιναν όλα όπως έπρεπε! Το έλεγα εγώ πως ο Φλεβάρης θα κάνει τον κόσμο χαρούμενο. Πάμε τώρα στη μάνα σας, και μη φοβάστε! Δεν πρόκειται να σας τις βρέξει, έτσι το λέει… Η Παγωνιά, άλλωστε, δεν είναι η Βροχή…
Ξεκίνησαν λοιπόν κι οι τρεις, χωρίς να θυμηθούν να κλείσουν την πόρτα της αποθήκης.
Ο Άνεμος, που έψαχνε από ώρα να ξαναβρεί τους φίλους του, σαν είδε την αποθήκη του Χρόνου ανοιχτή, μπήκε να ρίξει κι εκεί μια ματιά.
-Ουουουου!, έκανε σαν είδε τις παλιές φορεσιές. Τι πολλά και παράξενα ρούχα! Σίγουρα δεν τα χρειάζεται κανείς πια, για να είναι εδώ πεταμένα. Ας τα πάω στους φίλους μου να παίξουμε.
Σήκωσε, λοιπόν, όλες τις παλιές φορεσιές, τις έβαλε στις θεόρατες τσέπες του κι έφυγε σφυρίζοντας ικανοποιημένος. Μόνο που ξέχασε πάλι πως οι τσέπες του ήταν αέρινες και, μόλις βγήκε στο δρόμο, του έπεσαν όλες οι φορεσιές κάτω στη γη.
Όταν τις βρήκαν οι άνθρωποι, σάστισαν στην αρχή. Έπειτα, όμως, φόρεσαν ο καθένας από μία κι άρχισαν να χορεύουν και να γλεντούν.
Ο Χρόνος σταμάτησε κι άρχισε να χαζεύει κι εκείνος το πανηγύρι στη γη. Τόσο, λοιπόν, του άρεσε, που πήρε τα εγγόνια του, μασκαρεμένα όπως ήταν, και κατέβηκαν στη γη, για να γλεντήσουν παρέα με τους ανθρώπους. Και θα έμεναν στο γλέντι ως το βράδυ, αν ξάφνου δε θυμόταν ο παππούς Χρόνος πως περίμενε από ώρα σε ώρα τη θυγατέρα του.
-Ποπό!, έκανε. Πρέπει ν΄ ανέβουμε στη χώρα μας γρήγορα! Όπου να ναι θα έρθει να μου κάνει επίσκεψη και θα τα βάλει πάλι μαζί μας. Πρέπει να της μηνύσουμε πως το σπίτι θέλει σιγύρισμα! Πρέπει να τρέξουμε!
Ο Φλεβάρης δε γινόταν, βέβαια, να τρέξει. Δεν ξεχνούσε, ωστόσο, πως είχε ένα φίλο που μπορούσε να τους συντρέξει σε δύσκολη ώρα. Έτσι, φώναξε πάλι τον Άνεμο, του σφύριξε στ΄ αυτί τι ζητούσε, κι εκείνος του έφερε γρήγορα χαρτιά, κορδέλες, σπάγκο κι ένα ψαλίδι. Και τότε ο Φλεβάρης έφτιαξε στη στιγμή ένα μεγάλο χαρταετό με ουρά φουντωτή κι έγραψε πάνω ένα μήνυμα για τους γονείς του.
-Μπορείς τώρα να τον σηκώσεις ψηλά τον χαρταετό μου;, είπε στον Άνεμο.
-Ουουουου!, έκανε ο Άνεμος και πήρε μαζί του το χαρταετό στον αιθέρα.
Έτσι η Παγωνιά, που έψαχνε ακόμα για τα παιδιά της, είδε το χαρταετό, διάβασε το μήνυμα και κατάλαβε πως οι γιοί της ήταν καλά. Σκέφτηκε ακόμα πως ο Φλεβάρης της, που δε γινόταν να τρέξει, σίγουρα εκείνος είχε φτιάξει κάτι που να πετάει. Φόρεσε ύστερα τα γυαλιά τα κρυστάλλινα που είχε για μακριά και ξαναδιάβασε προσεχτικά το μήνυμα που ήταν γραμμένο στο χαρταετό, για να βεβαιωθεί πως δεν έκανε λάθος.
Το μήνυμα του Φλεβάρη έλεγε:
«Ο Γενάρης κι ο Φλεβάρης πέρασαν καλά.
Ο Χρόνος γυρίζει.
Ετοιμαστείτε! Έρχεται η Άνοιξη!»

ΛΟΤΗ ΠΕΤΡΟΒΙΤΣ-ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΠΟΥΛΟΥ

"Ο Κουτσοφλέβαρος" του Ανδρέα Καρκαβίτσα


Μια φορά κι έναν καιρό σε μια τεράστια σπηλιά ζούσαν οι δώδεκα μήνες τρώγοντας, πίνοντας και περιμένοντας ώσπου να έρθει η σειρά του καθενός. Μέσα στη σπηλιά είχαν βάλει ένα βαρέλι γεμάτο με κρασί κι όταν ήρθε η ώρα να το πιουν άνοιξε ο καθένας από μια τρύπα κι έβαλε τη βρύση του. Ο Μάρτης έβαλε τη βρύση του όσο πιο χαμηλά μπορούσε. Οι άλλοι μήνες τον κορόιδευαν πως έτσι θα πιει τα κατακάθια, αλλά αυτός χαμογελούσε πονηρά. Είχε το σκοπό του.
Έτσι περνούσαν οι μέρες και οι νύχτες και οι μήνες διασκέδαζαν πίνοντας από λίγο κρασί τη φορά προσεχτικά για να μην τους τελειώσει γρήγορα. Μια μέρα όμως που έλειπαν οι άλλοι μήνες, ο Μάρτης άνοιξε τη βρύση του και ρούφηξε όλο το κρασί. Όταν επέστρεψαν οι υπόλοιποι μήνες έτρεξαν διψασμένοι προς το βαρέλι.
-Μάρτη, φέρε μας κρασί φώναξε ο Θεριστής που φορούσε ψάθινο καπέλο και στο χέρι του κρατούσε ένα δρεπάνι.
-Ναι, ναι κρασί, φώναξαν και οι άλλοι μήνες.
-Μα δεν τα μάθατε; φώναξε γελώντας ο Νοέμβρης.
-Τι να μάθουμε; ρώτησε ο Αλωνάρης που το κεφάλι του ήταν ξερό και άγονο σαν το αλώνι.
-Ο Μάρτης ξαναπαντρεύτηκε και τώρα έχει δυο γυναίκες, μια όμορφη και φτωχιά και μια άσχημη και πλούσια. Όταν είναι με την όμορφη ο καιρός είναι καλός ,ενώ όταν είναι με την άσχημη βρέχει και χιονίζει…
Ο Απρίλης που ήταν ο πιο όμορφος από όλους τους μήνες γελούσε. Γελούσε γιατί σε λίγες μέρες θα τελείωναν οι μέρες του Μάρτη και θα ερχόταν η σειρά του.
-Κρασί, κρασί ακούστηκε τότε η φωνή του Φλεβάρη. Τι μας νοιάζει εμάς τι κάνει ο Μάρτης με τις γυναίκες του; Κι έτρεξαν όλοι στο βαρέλι. 
Εκεί όμως βρήκαν το Μάρτη ξαπλωμένο, με τη μακριά του φουστανέλα μούσκεμα από το κρασί! Οι άλλοι μήνες άρχισαν να γελάνε μόλις όμως άνοιξαν τη βρύση τους να πιουν τίποτα! το στόμα τους γέμισε αέρα. Τότε κατάλαβαν πως ο Μάρτης τους ήπιε όλο το κρασί από το βαρέλι και θυμωμένοι άρχισαν να τον βαράνε με κλοτσιές και μπουνιές. Τον έκαναν μαύρο από το ξύλο. Όμως ο Μάρτης είναι ο πιο δυνατός από όλους τους μήνες και τον φοβούνται ακόμα και οι άνθρωποι, και πιο πολύ η γριά Γαλανή.
-Φύλα ξύλα για το Μάρτη να μην κάψεις τα παλούκια έλεγε.
Η γριά Γαλανή είχε δέκα κατσίκες και έλπιζε να κάνουν κατσικάκια, να τα πουλήσει ώστε να μπορέσει να ζήσει. Έτσι κι έγινε. Οι κατσίκες γέννησαν και τα κατσικάκια χοροπηδούσαν χαρούμενα. Κι ενώ ο Μάρτης έφτανε στο τέλος του, βροντές ηχούσαν στον αέρα κι ένα παγωμένο χαλάζι χτύπησε την καημένη γριούλα στο πρόσωπο την ώρα που έτρεξε να περιμαζέψει τα κατσικάκια στο μαντρί.
       -Στα κομμάτια να πας, παλιό- Μάρτη, είπε. Δε σε έχω πια ανάγκη, σε λίγο έρχεται ο καλός και ζεστός Απρίλης, φώναξε η γριά Γαλανή.
Όμως ο Μάρτης την άκουσε, θύμωσε πολύ κι αποφάσισε να την τιμωρήσει. Έτσι όταν τον επισκέφτηκε ο ήρεμος και καλός Φλεβάρης για να του ζητήσει συγνώμη για το ξύλο που του έριξε μαζί με τους άλλους μήνες, ο Μάρτης έκανε πως το είχε ξεχάσει. Είχε το σχέδιό του. Κέρασε με κρασί τον Φλεβάρη κι όταν τον ζάλισε καλά καλά του είπε:
-Ξέρεις Φλεβάρη, σήμερα τελειώνει η σειρά μου και αύριο έρχεται η σειρά του Απρίλη. 
Ο Φλεβάρης θύμωσε γιατί δεν συμπαθούσε καθόλου τον Απρίλη που ήταν όμορφος με ξανθά μαλλιά και όλα τα  κορίτσια ήταν ερωτευμένα μαζί του.
-Λέω να τον κάνουμε να σκάσει από το κακό του, είπε ο Μάρτης. Να μου δανείσεις δυο μέρες σου, τις χειρότερες με βροχή και χαλάζι. 
-Στις δίνω είπε ο Φλεβάρης μουδιασμένος μιας και οι μήνες δε δίνουν εύκολα τις μέρες τους.
Κι έτσι η γριά Γαλανή εκεί που περίμενε να έρθει ο Απρίλης, έπεσε τέτοιο χαλάζι που δεν έμεινε τίποτα όρθιο. Δεν είχε που να κρυφτεί…
Ο Μάρτης, όταν η καταστροφή τελείωσε, γύρισε στη σπηλιά. Τον είδε ο Φλεβάρης και του ζήτησε πίσω τις δύο του μέρες.
-Ποιες μέρες, είπε αυτός. Αυτές είναι οι μέρες της γριάς. 
Κι έτσι έμεινε ο Φλεβάρης με εικοσιοχτώ μέρες μόνο, γι’αυτό και τον λένε Κουτσοφλέβαρο.
Το διήγημα αυτό του Ανδρέα Καρκαβίτσα "Ο Κουτσοφλέβαρος", είναι η διασκευή από το βιβλίο "Τα Ελληνικά", εκδόσεις Παπαδόπουλος 
Επίσης μπορείτε να διαβάσετε την ιστορία "Τα παιχνίδια του Φλεβάτη" της Λότης Πέτροβιτς- Ανδρουτσοπούλου πατώντας εδώ: